Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ H ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

[Άπαντα Λένιν, τόμ. 26, σελ. 13-23]

Ο ευρωπαϊκός πόλεμος, που προετοίμαζαν επί δεκαετίες οι κυβερνήσεις και τα αστικά κόμματα όλων των χωρών, ξέσπασε. Η αύξηση των εξοπλισμών, η όξυνση στο έπακρο της πάλης για αγορές στην εποχή του νεότατου, του ιμπεριαλιστικού σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού των προηγμένων χωρών, τα δυναστικά συμφέροντα των πιο καθυστερημένων μοναρχιών της Ανατολικής Ευρώπης έπρεπε αναπόφευκτα να οδηγήσουν και οδήγησαν σ' αυτόν τον πόλεμο. Η αρπαγή εδαφών και η υποδούλωση ξένων εθνών, η καταστροφή του ανταγωνιζόμενου έθνους, η καταλήστευση του πλούτου του, η απόσπαση της προσοχής των εργαζομένων μαζών από τις εσωτερικές πολιτικές κρίσεις της Ρωσίας, της Γερμανίας, της Αγγλίας και των άλλων χωρών, η διαίρεση και η εθνικιστική εξαπάτηση των εργατών και η εξόντωση της πρωτοπορίας τους με σκοπό την εξασθένιση του επαναστατικού κινήματος του προλεταριάτου —αυτό είναι το μοναδικό πραγματικό περιεχόμενο, το νόημα και η σημασία του σημερινού πολέμου.
Στη σοσιαλδημοκρατία πέφτει πρώτ' απ' όλα το καθήκον να αποκαλύψει αυτήν την αληθινή σημασία του πολέμου και να ξεσκεπάσει αμείλικτα την ψευτιά, τα σοφίσματα και τις «πατριωτικές» φράσεις που διαδίδουν οι κυρίαρχες τάξεις, οι τσιφλικάδες και η αστική τάξη, για να υπερασπίσουν τον πόλεμο.
Επικεφαλής της μιας ομάδας των εμπόλεμων εθνών βρίσκεται η γερμανική αστική τάξη, που
εξαπατά την εργατική τάξη και τις εργαζόμενες μάζες διαβεβαιώνοντάς τες ότι διεξάγει τον πόλεμο για την υπεράσπιση της πατρίδας, της ελευθερίας και του πολιτισμού, για την απελευθέρωση των λαών που καταπιέζει ο τσαρισμός, για την καταστροφή του αντιδραστικού τσαρισμού. Στην πραγματικότητα, όμως, η ίδια ακριβώς αστική τάξη, κολακεύοντας δουλικά τους Πρώσους γιούνκερ που έχουν επικεφαλής τον Γουλιέλμο Β', ήταν πάντα ο πιο πιστός σύμμαχος του τσαρισμού και εχθρός του επαναστατικού κινήματος των εργατών και των αγροτών της Ρωσίας. Στην πραγματικότητα η ίδια αστική τάξη, μαζί με τους γιούνκερ, θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια, όποια κι αν είναι η έκβαση του πολέμου, για να υποστηρίξει την τσαρική μοναρχία ενάντια στην επανάσταση της Ρωσίας.
Στην πραγματικότητα η γερμανική αστική τάξη επιχείρησε ληστρική εκστρατεία ενάντια στη Σερβία, θέλοντας να την υποτάξει και να καταπνίξει την εθνική επανάσταση του νοτιοσλαβισμού, κατευθύνοντας ταυτόχρονα τον κύριο όγκο των στρατιωτικών της δυνάμεων ενάντια σε πιο ελεύθερες χώρες, ενάντια στο Βέλγιο και στη Γαλλία, για να ληστέψει έναν πλουσιότερο συναγωνιστή. Η γερμανική αστική τάξη διαδίδοντας το παραμύθι ότι από δική της πλευρά διεξάγει αμυντικό πόλεμο στην πραγματικότητα διάλεξε την πιο κατάλληλη, από την άποψη της, στιγμή για πόλεμο, χρησιμοποιώντας τις τελευταίες της τελειοποιήσεις στον τομέα της πολεμικής τεχνικής και προσπαθώντας να προλάβει τους προσχεδιασμένους και προαποφασισμένους από τη Ρωσία και τη Γαλλία νέους εξοπλισμούς.
Επικεφαλής της άλλης ομάδας των εμπόλεμων εθνών βρίσκεται η αγγλική και η γαλλική αστική τάξη, που εξαπατά την εργατική τάξη και τις εργαζόμενες μάζες διαβεβαιώνοντάς τες ότι διεξάγει πόλεμο για την πατρίδα, την ελευθερία και τον πολιτισμό, ενάντια στο μιλιταρισμό και το δεσποτισμό της Γερμανίας. Στην πραγματικότητα., όμως, αυτή η αστική τάξη από καιρό ήδη έχει μισθώσει με τα δισεκατομμύριά της και προετοιμάσει, για επίθεση ενάντια στη Γερμανία, τα στρατεύματα του ρωσικού τσαρισμού, της πιο αντιδραστικής και της πιο βάρβαρης μοναρχίας της Ευρώπης.
Στην πραγματικότητα σκοπός της πάλης της αγγλικής και της γαλλικής αστικής τάξης είναι η αρπαγή των γερμανικών αποικιών και η καταστροφή του συναγωνιζόμενου έθνους που το διακρίνει πιο γοργή οικονομική ανάπτυξη. Και για τον ευγενικό αυτό σκοπό τα «προηγμένα», τα «δημοκρατικά» έθνη βοηθούν το βάρβαρο τσαρισμό να καταπιέζει ακόμη περισσότερο την Πολωνία, την Ουκρανία κτλ. , να πνίγει ακόμη πιο πολύ την επανάσταση στη Ρωσία.
Και οι δυο ομάδες των εμπόλεμων χωρών δε μένουν καθόλου πίσω η μια από την άλλη στις ληστείες, στις θηριωδίες και στις ατέλειωτες βαρβαρότητες του πολέμου, για να εξαπατήσουν, όμως, το προλεταριάτο και να αποσπάσουν την προσοχή του από τον μοναδικό πραγματικά απελευθερωτικό πόλεμο —δηλαδή τον εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη τόσο της χώρας «του», όσο και των «ξένων» χωρών— γι' αυτόν τον υψηλό σκοπό η αστική τάξη της κάθε χώρας εξυμνεί με υποκριτικές πατριωτικές φράσεις τη σημασία του εθνικού «της» πολέμου και προσπαθεί να κάνει πιστευτό ότι επιδιώκει να νικήσει τον αντίπαλο όχι για λόγους ληστείας και αρπαγής των εδαφών του μα για την «απελευθέρωση» όλων των άλλων λαών, εκτός του δικού της.
Όμως με όσο μεγαλύτερο ζήλο προσπαθούν οι κυβερνήσεις και η αστική τάξη όλων των χωρών να διαιρέσουν τους εργάτες και να τους στρέψουν τον έναν ενάντια στον άλλο, όσο πιο θηριωδώς χρησιμοποιείται γι' αυτόν τον υψηλό σκοπό το σύστημα του στρατιωτικού νόμου και της στρατιωτικής λογοκρισίας (που καταδιώκει ακόμη και τώρα, τον καιρό του πολέμου, πολύ περισσότερο τον «εσωτερικό» παρά τον εξωτερικό εχθρό) τόσο πιο επιτακτικό είναι το χρέος του συνειδητού προλεταριάτου να υπερασπίσει την ταξική ενότητά του, το διεθνισμό του, τις σοσιαλιστικές του πεποιθήσεις ενάντια στην αποχαλίνωση του σοβινισμού της «πατριωτικής» καπιταλιστικής κλίκας όλων των χωρών. Η άρνηση αυτού του καθήκοντος από μέρους των συνειδητών εργατών θα σήμαινε άρνηση όλων των απελευθερωτικών και δημοκρατικών τους επιδιώξεων, χωρίς να μιλάμε για τις σοσιαλιστικές τους επιδιώξεις.
Με αίσθημα βαθύτατης θλίψης είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε ότι τα σοσιαλιστικά κόμματα των κυριότερων ευρωπαϊκών χωρών δεν εκπλήρωσαν αυτό το καθήκον τους και η στάση των αρχηγών αυτών των κομμάτων -ιδιαίτερα του γερμανικού— αγγίζει τα όρια της ανοιχτής προδοσίας της υπόθεσης του σοσιαλισμού. Σε στιγμές της πιο μεγάλης κοσμοϊστορικής σημασίας οι περισσότεροι αρχηγοί της σημερινής, της ΙΙ Σοσιαλιστικής Διεθνούς (1889 - 1914), προσπαθούν να υποκαταστήσουν το σοσιαλισμό με τον εθνικισμό. Λόγω της στάσης τους αυτής τα εργατικά κόμματα αυτών των χωρών δεν αντιτάχθηκαν στην εγκληματική στάση των κυβερνήσεών τους, μα κάλεσαν την εργατική τάξη να ταυτίσει τη θέση της με τη θέση των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων. Οι αρχηγοί της Διεθνούς ψηφίζοντας τις πολεμικές πιστώσεις, επαναλαμβάνοντας τα σοβινιστικά («πατριωτικά») συνθήματα της αστικής τάξης των χωρών «τους», δικαιολογώντας και υπερασπίζονται τον πόλεμο, μπαίνοντας στις αστικές κυβερνήσεις των εμπόλεμων χωρών κτλ. κτλ. διέπραξαν προδοσία απέναντι στο σοσιαλισμό. Οι πιο επιφανείς σοσιαλιστές αρχηγοί και τα πιο έγκυρα όργανα του σοσιαλιστικού Τύπου της σημερινής Ευρώπης συμμερίζονται μια σοβινιστική-αστική και φιλελεύθερη άποψη και καθόλου μια σοσιαλιστική. Η ευθύνη γι' αυτόν τον εξευτελισμό του σοσιαλισμού πέφτει, πρώτ' απ' όλα, στους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες, που αποτελούσαν το πιο ισχυρό κόμμα της ΙΙ Διεθνούς, το κόμμα με τη μεγαλύτερη επιρροή. Δεν μπορούμε, όμως, να δικαιολογήσουμε και τους Γάλλους σοσιαλιστές που αναλαμβάνουν υπουργικές θέσεις στην κυβέρνηση της ίδιας αστικής τάξης που πρόδωσε την πατρίδα της και ενώθηκε με τον Βίσμαρκ για να καταπνίξει την Κομμούνα.
Οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες προσπαθούν να δικαιολογήσουν την υποστήριξη του πολέμου από μέρους τους με τον ισχυρισμό ότι έτσι πολεμούν τάχα το ρωσικό τσαρισμό. Εμείς, οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες, δηλώνουμε ότι αυτή τη δικαιολόγηση της θέσης τους τη θεωρούμε καθαρή σοφιστεία. Το επαναστατικό κίνημα ενάντια στον τσαρισμό ξαναπήρε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας τεράστιες διαστάσεις. Επικεφαλής αυτού του κινήματος βρισκόταν πάντα η εργατική τάξη της Ρωσίας. Οι πολιτικές απεργίες, που αγκάλιασαν τα τελευταία χρόνια εκατομμύρια ανθρώπους, έγιναν με το σύνθημα της ανατροπής του τσαρισμού και με το αίτημα της λαοκρατικής δημοκρατίας. Τις παραμονές ακόμη του πολέμου ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, Πουανκαρέ, τον καιρό της επίσκεψής του στον Νικόλαο Β' μπόρεσε να δει με τα μάτια του στους δρόμους της Πετρούπολης τα οδοφράγματα που είχαν στήσει με τα χέρια τους οι Ρώσοι εργάτες. Το προλεταριάτο της Ρωσίας δε σταμάτησε μπροστά σε καμιά θυσία για να απελευθερώσει όλη την ανθρωπότητα από το αίσχος της τσαρικής μοναρχίας. Πρέπει, όμως, να πούμε ότι αν υπάρχει κάτι που μπορεί μέσα σε ορισμένες συνθήκες ν' αναβάλλει τη συντριβή του τσαρισμού, αν υπάρχει κάτι που μπορεί να βοηθήσει τον τσαρισμό στην πάλη του ενάντια σ' ολόκληρη τη δημοκρατία της Ρωσίας είναι ο σημερινός πόλεμος, που έβαλε στην υπηρεσία των αντιδραστικών σκοπών του τσαρισμού το πουγκί της αγγλικής, της γαλλικής και της ρωσικής αστικής τάξης. Και αν υπάρχει κάτι που μπορεί να δυσκολέψει τον επαναστατικό αγώνα της εργατικής τάξης της Ρωσίας ενάντια στον τσαρισμό είναι ακριβώς η στάση των αρχηγών της γερμανικής και αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας, που ο σοβινιστικός Τύπος της Ρωσίας δεν παύει να μας την παρουσιάζει ως παράδειγμα.
Κι αν ακόμη δεχτούμε ότι η ανεπάρκεια δυνάμεων της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας ήταν τόσο μεγάλη ώστε να αναγκαστεί να παραιτηθεί από οποιαδήποτε επαναστατική δράση και σ' αυτήν ακόμη την περίπτωση δεν της επιτρεπόταν να συνταχτεί με το σοβινιστικό στρατόπεδο, δεν της επιτρεπόταν να κάνει ενέργειες για τις οποίες οι Ιταλοί σοσιαλιστές δήλωσαν, με το δίκιο τους, ότι ου αρχηγοί των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών ατιμάζουν τη σημαία της προλεταριακής Διεθνούς.
Το Κόμμα μας, το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας, πρόσφερε και θα προσφέρει ακόμη τεράστιες θυσίες εξαιτίας του πολέμου. Όλος ο νόμιμος εργατικός Τύπος μας αφανίστηκε. Τα περισσότερα συνδικάτα κλείστηκαν, πλήθος σύντροφοί μας έχουν πιαστεί και εγνΤ0πιστεί. Μα η κοινοβουλευτική μας αντιπροσωπία —η Ρωσική Σοσιαλδημοκρατική Εργατική ομάδα— θεώρησε επιτακτικό σοσιαλιστικό της χρέος να μην ψηφίσει τις πολεμικές πιστώσεις και, μάλιστα, να αποχωρήσει από την αίθουσα των συνεδριάσεων της Δούμας για να εκφράσει έτσι ακόμη πιο έντονα τη διαμαρτυρία της, θεώρησε χρέος της να στιγματίσει την πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ως ιμπεριαλιστική. Και, παρά τη δεκαπλασιασμένη καταπίεση που ασκεί η τσαρική κυβέρνηση, οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες της Ρωσίας εκδίδουν κιόλας τις πρώτες παράνομες προκηρύξεις ενάντια στον πόλεμο, εκπληρώνοντας το χρέος τους απέναντι στη δημοκρατία και τη Διεθνή.
Αν οι εκπρόσωποι της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας, και συγκεκριμένα η μειοψηφία των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών και των καλύτερων σοσιαλδημοκρατών στις ουδέτερες χώρες, δοκιμάζουν ένα οδυνηρό αίσθημα ντροπής για τη χρεοκοπία αυτή της ΙΙ Διεθνούς, αν και στην Αγγλία και στη Γαλλία ακούγονται φωνές των σοσιαλιστών ενάντια στο σοβινισμό της πλειονότητας των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, αν οι οπορτουνιστές που εκπροσωπούνται, λόγου χάρη, από τη γερμανική Μηνιαία Σοσιαλιστική Επιθεώρηση (Sozialistische Monatshefte) και που παίρνουν από καιρό εθνικοφιλελεύθερες θέσεις πανηγυρίζουν με το δίκιο τους τη νίκη τους ενάντια στον ευρωπαϊκό σοσιαλισμό —τότε τη χειρότερη υπηρεσία στο προλεταριάτο την προσφέρουν οι άνθρωποι εκείνοι που ταλαντεύονται ανάμεσα στον οπορτουνισμό και την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία (όπως, λ.χ., το «κέντρο» του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος), που προσπαθούν ν' αποσιωπήσουν ή να συγκαλύψουν με διπλωματικές φράσεις τη χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς.
Αντίθετα, πρέπει ν' αναγνωρίσουμε ανοιχτά αυτήν τη χρεοκοπία και να καταλάβουμε τις αιτίες της για να μπορέσουμε να πετύχουμε μια καινούργια, πιο στερεή, σοσιαλιστική ένωση των εργατών όλων των χωρών.
Οι οπορτουνιστές τορπίλισαν τις αποφάσεις των Συνεδρίων της Στουτγάρδης Ι2, της Κοπεγχάγης 13 και της Βασιλείας 14 που υποχρεώνουν τους σοσιαλιστές όλων των χωρών να αγωνίζονται ενάντια στο σοβινισμό κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, που υποχρεώνουν τους σοσιαλιστές ν' απαντούν σε κάθε πόλεμο που θα άρχιζαν η αστική τάξη και οι κυβερνήσεις με το εντατικό κήρυγμα του εμφύλιου πολέμου και της κοινωνικής επανάστασης. Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς είναι χρεοκοπία του ΟΠΟΩΤ0υνισμού που καλλιεργήθηκε πάνω στο έδαφος των ιδιομορφιών μιας περασμένης ιστορικής εποχής (της λεγόμενης «ειρηνικής» εποχής) και που τα τελευταία χρόνια κυριάρχησε μέσα στη Διεθνή. Οι οπορτουνιστές από καιρό προετοίμαζαν αυτήν τη χρεοκοπία με το να αρνούνται τη σοσιαλιστική επανάσταση και να την υποκαθιστούν με τον αστικό ρεφορμισμό• με το να αρνούνται την ταξική πάλη και την αναγκαία μετατροπή της, σε ορισμένες στιγμές, σε εμφύλιο πόλεμο και διακηρύσσοντας τη συνεργασία των τάξεων• με το να κηρύσσουν τον αστικό σοβινισμό, που τον ονομάζουν πατριωτισμό και υπεράσπιση της πατρίδας, και αγνοώντας, ή αρνούμενοι, τη βασική αλήθεια του σοσιαλισμού, που έχει ήδη διατυπωθεί στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ότι οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα• με το να περιορίζουν τον αγώνα ενάντια στο μιλιταρισμό σε μια συναισθηματική-μικροαστική άποψη, αντί να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα του επαναστατικού πολέμου των προλετάριων όλων των χωρών ενάντια στην αστική τάξη όλων των χωρών• με το να μετατρέπουν την απαραίτητη χρησιμοποίηση του αστικού κοινοβουλευτισμού και της αστικής νομιμότητας σε φετίχ αυτής της νομιμότητας και ξεχνώντας ότι σε εποχή κρίσεων είναι υποχρεωτικές οι παράνομες μορφές οργάνωσης και ζύμωσης. Το αναρχοσυνδικαλιστικό ρεύμα, φυσικό «συμπλήρωμα» του οπορτουνισμού —εξίσου αστικό και εχθρικό από προλεταριακή, δηλαδή από μαρξιστική άποψη—, εκδηλώθηκε κι αυτό με τον ίδιο επαίσχυντο τρόπο, με τη γεμάτη αυτοϊκανοποίηση επανάληψη των συνθημάτων του σοβινισμού στο διάστημα της σημερινής κρίσης.
Δεν μπορούν να εκπληρωθούν σήμερα τα καθήκοντα του σοσιαλισμού, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μια (αληθινά διεθνής ένωση των εργατών χωρίς αποφασιστική ρήξη με τον οπορτουνισμό και χωρίς να εξηγηθεί στις μάζες ότι η χρεοκοπία του είναι αναπόφευκτη.
Καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας κάθε χώρας πρέπει να είναι, πρώτ' απ' όλα, η πάλη ενάντια στο σοβινισμό της δοσμένης χώρας. Στη Ρωσία ο σοβινισμός αυτός αγκάλιασε πέρα για πέρα τον αστικό φιλελευθερισμό («καντέτοι») και εν μέρει τους ναρόντνικους μέχρι τους σοσιαλεπαναστάτες και τους «δεξιούς» σοσιαλδημοκράτες. (Πρέπει να στιγματιστούν ιδιαίτερα οι σοβινιστικές εκδηλώσεις, λόγου χάρη, του Ε. Σμιρνόφ, του Π. Μάσλοφ και του Γκ. Πλεχάνοφ που τις άρπαξε και τις χρησιμοποίησε πλατιά ο αστικός-«πατριωτικός» Τύπος.)  
Στη δοσμένη κατάσταση δεν μπορεί να καθοριστεί από την άποψη του διεθνούς προλεταριάτου η ήττα ποιας από τις δυο ομάδες των εμπόλεμων εθνών θα ήταν το μικρότερο κακό για το σοσιαλισμό. Για μας, όμως, τους Ρώσους σοσιαλδημοκράτες, δε χωράει αμφιβολία ότι από την άποψη της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών όλων των λαών της Ρωσίας το μικρότερο κακό θα ήταν η ήττα της τσαρικής μοναρχίας, της πιο αντιδραστικής και της πιο βάρβαρης κυβέρνησης, που καταπιέζει το μεγαλύτερο αριθμό εθνών και τη μεγαλύτερη μάζα πληθυσμού της Ευρώπης και της Ασίας.
Το άμεσο πολιτικό σύνθημα της σοσιαλδημοκρατίας της Ευρώπης πρέπει να είναι η δημιουργία των δημοκρατικών Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης σε αντιδιαστολή από 
την αστική τάξη, που είναι έτοιμη «να υποσχεθεί ό,τι θέλετε, αρκεί να μπορέσει να παρασύρει το προλεταριάτο στο γενικό ρεύμα τον σοβινισμού, οι σοσιαλδημοκράτες εξηγούν πως το σύνθημα αυτό είναι ψεύτικο και δεν έχει κανένα νόημα χωρίς την επαναστατική της γερμανικής, της αυστριακής και της ρωσικής μοναρχίας.
Στη Ρωσία, εξαιτίας της πολύ μεγάλης καθυστέρησης αυτής της χώρας που δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη την αστική της επανάσταση, τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να είναι όπως και πρώτα οι τρεις βασικοί όροι για ένα συνεπή δημοκρατικό μετασχηματισμό: Λαοκρατική δημοκρατία (με πλήρη ισοτιμία και αυτοδιάθεση όλων των εθνών), δήμευση της γης των τσιφλικάδων και 8ωρη εργάσιμη μέρα. Σε όλες όμως τις προηγμένες χώρες ο πόλεμος βάζει στην ημερήσια διάταξη το σύνθημα της σοσιαλιστικής επανάστασης, που γίνεται τόσο πιο επίκαιρο όσο περισσότερα είναι τα βάρη του πολέμου που πέφτουν στις πλάτες του προλεταριάτου, όσο πιο δραστήριος θα γίνει ο ρόλος του στην αναδημιουργία της Ευρώπης ύστερα από τις φρικαλεότητες της σημερινής «πατριωτικής» βαρβαρότητας, φρικαλεότητες που γίνονται μέσα σε συνθήκες γιγάντιων τεχνικών πραγματοποιήσεων του μεγάλου Καπιταλισμού. Το γεγονός ότι η αστική τάξη χρησιμοποιεί τους νόμους της πολεμικής περιόδου για να κλείσει ολότελα το στόμα του προλεταριάτου βάζει στο προλεταριάτο το επιτακτικό καθήκον να δημιουργήσει παράνομες μορφές ζύμωσης και οργάνωσης. Ας «περιφρουρούν» οι οπορτουνιστές τις νόμιμες οργανώσεις με αντάλλαγμα την προδοσία των πεποιθήσεών τους —οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες θα χρησιμοποιήσουν την οργανωτική πείρα και τους δεσμούς της εργατικής τάξης για να δημιουργήσουν τις παράνομες μορφές πάλης για το σοσιαλισμό που ανταποκρίνονται σε εποχή κρίσης και ν« ενώσουν τους εργάτες όχι με τη σοβινιστική αστική τάξη της χώρας τους μα με τους εργάτες όλων των χωρών. Η προλεταριακή Διεθνής δε χάθηκε και δε θα χαθεί. Οι εργατικές μάζες, ξεπερνώντας όλα τα εμπόδια, θα δημιουργήσουν τη νέα Διεθνή. Ο σημερινός θρίαμβος του οπορτουνισμού δε θα είναι μακρόχρονος. Όσο περισσότερα θα είναι τα θύματα του πολέμου τόσο πιο ξεκάθαρη θα γίνεται για τις εργατικές μάζες η προδοσία της εργατικής υπόθεσης από τους οπορτουνιστές και η ανάγκη να στρέψουν τα όπλα ενάντια στις κυβερνήσεις και την αστική τάξη κάθε χώρας.
Η μετατροπή του σημερινού ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο είναι το μοναδικά σωστό προλεταριακό σύνθημα. Το δείχνει η πείρα της Κομμούνας, το καθόρισε η απόφαση της Βασιλείας (1912) 15 και απορρέει από όλες τις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου ανάμεσα στις αστικές χώρες με υψηλό επίπεδο ανάπτυξης. Όσο μεγάλες κι αν φαίνονται οι δυσκολίες αυτής της μετατροπής, τούτη ή εκείνη τη στιγμή οι σοσιαλιστές δε θα εγκαταλείψουν ποτέ τη συστηματική, επίμονη, σταθερή, προπαρασκευαστική δουλειά προς αυτήν την κατεύθυνση, μια και ο πόλεμος έγινε πια γεγονός.
Μονάχα ακολουθώντας αυτόν το δρόμο θα μπορέσει το προλεταριάτο να απαλλαγεί από την εξάρτησή του από τη σοβινιστική αστική τάξη και να κάνει, με τη μια ή την άλλη μορφή, λίγο πολύ γρήγορα, αποφασιστικά βήματα στο δρόμο προς την πραγματική ελευθερία των λαών και στο δρόμο προς το σοσιαλισμό.
Ζήτω η διεθνής αδελφότητα των εργατών ενάντια στο σοβινισμό και στον πατριωτισμό της αστικής τάξης των χωρών!
Ζήτω η προλεταριακή Διεθνής απαλλαγμένη από τον οπορτουνισμό!


Η Κεντρική Επιτροπή του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας


Γράφτηκε πριν τις 28 Σεπτέμβρη (11 Οκτώβρη) 1914.
Δημοσιεύτηκε την 1η Νοέμβρη 1914 στην εφημερίδα Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ, αρ. φύλ. 33.
περιλαμβάνοντας τις σημειώσεις και παρατηρήσεις του Λένιν σε ιδιόχειρο αντίγραφο της Ν. Κ. Κρούπσκαγια.



Καρλ Μαρξ

«Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρόκειται να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδανικό προς το οποίο πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων».