Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Ο ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ - ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ 2

Γράφει ο Αναστάσης Γκίκας

Εισαγωγικά: Ο Α. Γκίκας είναι Δόκτορας Πολιτικών Επιστημών και συνεργάτης του τμήματος Ιστορίας της Κ.Ε. του ΚΚΕ Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ το 2006. Αναδημοσιεύετε για την μεγάλη ιστορική του αξία.
Λόγω της μεγάλης έκτασης παρουσιάζεται σε δύο συνέχειες.
Η πρώτη περιλαμβάνει:
Α΄Μέρος: Ο ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Β΄Μέρος: Ο ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΞΕΝΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ
Στην δεύτερη συνέχεια περιλαμβάνονται:
Γ΄Μέρος: ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΠΟΝΤΙΑΚΟΙ ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ ΚΑΙ Η ΝΕΑ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ
Δ΄Μέρος: Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ "ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ" ΕΠΙ ΣΤΑΛΙΝ
Ε΄Μέρος: Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ

Καλή ανάγνωση

Κατεβάστε το σε pdf

ΜΕΡΟΣ Γ: ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΠΟΝΤΙΑΚΟΙ ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ ΚΑΙ Η ΝΕΑ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

Η ΝΕΑ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ: ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΡΙΜΝΕΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΚΑΙ ΕΘΝΟΤΗΤΩΝ
Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΝΘΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Η νεαρή σοβιετική εξουσία έδωσε δείγματα γραφής από τις πρώτες κιόλας μέρες από την εγκαθίδρυσή της, παρά τις αντίξοες συνθήκες και τη γενικότερη καταστροφή που είχαν αφήσει πίσω τους ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Εμφύλιος και η ιμπεριαλιστική επέμβαση. Μερίμνησε άμεσα για την επανεγκατάσταση όσων είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους κατά τη διάρκεια των εθνικιστικών συγκρούσεων, ενώ για όσους ήταν είτε πρόσφυγες από τον Πόντο (τους οποίους δε φρόντισε η ελληνική κυβέρνηση να τους μεταφέρει στην Ελλάδα) είτε άστεγοι λόγω ολοκληρωτικής καταστροφής των χωριών τους, η σοβιετική εξουσία τούς διέθεσε γη, προκειμένου να εξασφαλίσουν τους όρους επιβίωσής τους. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί, για παράδειγμα, το χωριό «Σπάρτα», το οποίο ιδρύθηκε μετά από απαλλοτρίωση των εδαφών ενός φεουδάρχη στο Βόρειο Καύκασο, του Salamatin.[73]
Χαρακτηριστική είναι επίσης η στάση των νέων τοπικών αρχών, οι οποίες όχι μόνο δεν εμπόδισαν αλλά ενθάρρυναν ενεργά τη σύσταση ελληνικών συλλόγων, πολιτιστικών κέντρων κλπ. Μάλιστα στην Τιφλίδα της Γεωργίας η σοβιετική δημοτική αρχή ήταν που πήρε την πρωτοβουλία και πρότεινε στους ελληνικούς πληθυσμούς τη σύσταση ελληνικού σχολείου.[74]
Η ιδιαίτερη σημασία που προσέδιδε η νέα σοβιετική εξουσία στο εθνικό ζήτημα εκφράστηκε στην πράξη από τις πρώτες κιόλας ημέρες μετά την εγκαθίδρυσή της με τη δημοσίευση της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων των Λαών της Ρωσίας στις 15 Νοεμβρίου 1917. Σε έκθεση του Γραφείου Πληροφοριών της Ουάσινγκτον για την ΕΣΣΔ (1929) αναφέρεται σχετικά πως ο διοικητικός διαχωρισμός εντός των διαφόρων Δημοκρατιών της Ενωσης «ανταποκρίνεται σε εθνολογικά ή γεωγραφικά όρια. Οι αυτόνομες δημοκρατίες και περιοχές απολαμβάνουν το μέγιστο βαθμό αυτοδιοίκησης στα τοπικά θέματα. Η κάθε μια έχει τον έλεγχο του δικού της εκπαιδευτικού συστήματος. Η κάθε μια από τις πολλαπλές εθνικότητες στη Σοβιετική Ενωση είναι απόλυτα ελεύθερη να χρησιμοποιεί τη δική της γλώσσα σε γραπτή ή προφορική μορφή, συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης της σε δικαστήρια και εκπαιδευτικά ιδρύματα, καθώς και να αναπτύξει τις δικές της ιδιαίτερες κοινωνικές χρήσεις»[75].
Στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας το 1932, για παράδειγμα, υπήρχαν 25 αυτοδιοικούμενες εθνοτικές περιοχές, οι οποίες λειτουργούσαν με τον παραπάνω τρόπο και εκ των οποίων οι τρεις ήταν Ελληνικές. Η γη, που άλλοτε ανήκε σε φεουδάρχες, απαλλοτριώθηκε από τις σοβιετικές αρχές, προκειμένου να οικοδομηθούν οικισμοί και να στεγαστούν οι πρόσφυγες του Πόντου.[76] Με την πάροδο του χρόνου εμφανίστηκε ένας μεγάλος αριθμός τοπικών Σοβιέτ, τα οποία ήταν είτε αμιγώς ελληνικά ή και μεικτά, ανάλογα με την εθνολογική σύνθεση στο δοσμένο χωριό ή πόλη. Στην περιοχή της Αμπχαζίας, το 1926, υπήρχαν περισσότερα ελληνόφωνα από ό,τι ρωσόφωνα σχολεία (41 και 27 αντίστοιχα). Στην ίδια περιοχή είχαν εκλεγεί 3 Ελληνες Υπουργοί.[77] Οι εθνοτικές περιοχές εξέλεγαν τους δικούς τους αντιπροσώπους, οι οποίοι αναλάμβαναν και χρέη «πρεσβευτών» των θεμάτων των μειονοτήτων στα διοικητικά κέντρα της χώρας, καθώς και στο Λαϊκό Επιτροπάτο για τις Υποθέσεις των Εθνοτήτων(Nar.kom.nats)[78].
Η προστασία και καλλιέργεια της εθνολογικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας συμπληρωνόταν παράλληλα από μια πετυχημένη πολιτική ενθάρρυνσης των διαφόρων μειονοτήτων, ώστε να συμβάλλουν ενεργά στη διαδικασία της πολιτικής και οικονομικής οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Ενδεικτική της αποτελεσματικότητας αυτής της πολιτικής είναι οι αναφορές της εποχής στη συμμετοχή των Ελλήνων στις λεγόμενες «εργατικές ομάδες κρούσης», πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης σε εργοστάσια, κατασκευές κλπ., με εξέχον παράδειγμα τη γνωστή σταχανοβίτισα Pasha Angelina, «περήφανο μέλος της “Ελληνικής Μπριγάδας”»[79].
Η σοβιετική κυβέρνηση διατήρησε την πολιτική της έναντι του ζητήματος των εθνοτήτων παρά το γεγονός ότι το κράτος επιβαρυνόταν με τεράστιο κόστος, τόσο σε υλικούς πόρους όσο και σε διοικητική και εκπαιδευτική αποτελεσματικότητα. Ο σεβασμός των γλωσσικών διαφοροποιήσεων (192 το σύνολο) σήμαινε πως πολλοί διοικητικοί υπάλληλοι βρίσκονταν σχεδόν μόνιμα με ένα λεξικό στο χέρι, ενώ ταυτόχρονα οι εκδόσεις (το 1928) γίνονταν σε 66 γλώσσες και οι εφημερίδες σε 47.[80] Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής ιδρύθηκε Ελληνικό Τυπογραφείο, εκδόθηκαν πολλές εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία στα ελληνικά, αναδείχθηκαν σημαντικές μορφές της σοβιετικής ποίησης και λογοτεχνίας, μεταφράστηκαν έργα τόσο της κλασσικής όσο και της μοντέρνας ελληνικής φιλολογίας (από τον Ομηρο μέχρι τον Παπαδιαμάντη και τον Παλαμά), δημιουργήθηκε η Ελληνική Παιδαγωγική Σχολή, οργανώθηκε Ελληνικό Δραματικό Τμήμα στο Κρατικό Θέατρο της Αμπχαζίας, καθώς και Ελληνικά Θέατρα, εργατικές, επαγγελματικές και ανώτερες σχολές, μορφωτικοί όμιλοι, ελληνικές παιδαγωγικές ακαδημίες κλπ. Δικαιολογημένα λοιπόν μπορούμε να πούμε πως «η πολιτιστική ανάπτυξη των Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης ήταν… από τις προτεραιότητες του νέου συστήματος»[81].
Ακολούθως, αποτελεί πλέον ελάχιστα αμφισβητούμενο γεγονός, ακόμα και μεταξύ μη-κομμουνιστών μελετητών, πως με την εγκαθίδρυση της σοβιετικής εξουσίας «για πρώτη φορά, σε καταπιεσμένους λαούς και έθνη, ανεξάρτητα από την αριθμητική τους δύναμη, δόθηκε από τους μπολσεβίκους η δυνατότητα να μαθαίνουν, αλλά και να μιλούν ελεύθερα τις γλώσσες τους. Οι ελληνικές κοινότητες, εκμεταλλευόμενες τις αλλαγές αυτές, κατόρθωσαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ν’ αναπτυχθούν πολιτιστικά, να καλλιεργήσουν τα ήθη και έθιμά τους και να ξεχωρίσουν με τη μορφωτική παρουσία τους σ’ όλους τους τομείς»[82].
Το γεγονός αυτό αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς πως «το μορφωτικό επίπεδο του συνόλου των ελληνικών πληθυσμών ήταν γενικά χαμηλό με υψηλότερα ποσοστά αναλφαβητισμού ανάμεσα στους Πόντιους και τους Μαριουπολίτες». Στα σχολεία καθιερώθηκε η δημοτική ως κύρια γλώσσα διδασκαλίας. «Ταυτόχρονα όμως, θεωρήθηκε αναγκαίο να μορφώνονται οι ενήλικες αναλφάβητοι στη μητρική τους γλώσσα, δηλ. στα ποντιακά ή στα μαριουπολίτικα. Ετσι συντελέστηκε ακόμη μια καινοτομία με την έκδοση για πρώτη φορά βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών στα ποντιακά και στα μαριουπολίτικα»[83].
Είναι ενδεικτικό πως ως «πρώτιστο ζήτημα» για το Α΄ Ελληνικό Εργατοχωρικό Συνέδριο (Κρασνοντάρ, 10 Μαΐου 1921) τέθηκε η «παντελής εξαφάνιση της αμάθειας». Παράλληλα, οι Ελληνες κομμουνιστές ρίχτηκαν στην υπόθεση της λαϊκής μόρφωσης, τονίζοντας την αναγκαιότητα για τα ελληνόπουλα να καταστούν άνθρωποι «κοινωνικοί, μορφωμένοι εγκυκλοπαιδικά, επιστήμονες ειδικοποιημένοι», ώστε, «να ωφελήσουν την κοινωνία ως μέλη και τον εαυτό τους ως άτομα»[84].
Περιοχές με συγκεντρωμένους ελληνικούς πληθυσμούς αναδείχθηκαν σε σημαντικές εστίες πολιτιστικής δραστηριότητας. Πόλεις όπως το Βατούμ, το Σοχούμ, η Τιφλίδα, η Μαριούπολη, το Μπακού, το Νοβορωσίσκ κ.ά. μετατράπηκαν σε μεγάλα κέντρα του Ποντιακού Θεάτρου, με σπουδαία συγγραφική παραγωγή, τόσο στην ποντιακή όσο και στην ελληνική δημοτική γλώσσα (καθώς επίσης και μεικτά). Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα συστάθηκαν δεκάδες πολιτιστικοί σύλλογοι και θεατρικοί θίασοι, όπως ο «Ελληνικός Εργατικός Ομιλος» και ο «Ελληνικός Δραματικός Ομιλος Ορφεύς» στο Νοβορωσίσκ, το «Ελληνικό Κρατικό Θέατρο Μαριούπολης» κ.ά., χωρίς να υπολογίζονται οι αναρίθμητες πολιτιστικές ομάδες των σχολείων (κάθε σχολείο διέθετε θεατρική αίθουσα). Η αναπαραγωγή έργων περιελάμβανε τόσο αρχαίους, όσο και σύγχρονους Ελληνες συγγραφείς και δραματουργούς.[85]
Την ίδια περίοδο, οι δύο μεγαλύτεροι ελληνόγλωσσοι εκδοτικοί οίκοι στην ΕΣΣΔ, ο «Κομμουνιστής» και ο «Κολεκτιβιστής», εκτός από τον καθημερινό και περιοδικό τύπο, εξέδωσαν και εκατοντάδες βιβλία πολιτικοοικονομικού περιεχομένου, αγροτικής οικονομίας και υγιεινής, λογοτεχνικά, σχολικά κ.ά.
Για πρώτη φορά η τέχνη έπαιξε συνειδητό, ενεργό και ουσιαστικό ρόλο στη διαπαιδαγωγητική διαμόρφωση ενός νέου ανθρώπου, στη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνίας. Τα έργα των συγγραφέων και καλλιτεχνών έπρεπε να έχουν «παιδαγωγικό χαρακτήρα και να υπηρετούν την προσπάθεια μόρφωσης των εργατών και των αγροτών», να προβάλλουν τα ιδανικά της εργατικής τάξης και να συνδράμουν στην καταπολέμηση των υπολειμμάτων των αστικών αξιών που τους κληρονόμησε το παρελθόν. Ο γενικότερος προσανατολισμός της τέχνης προσδιορίστηκε θεωρητικά ως «εθνική στη μορφή, σοσιαλιστική στο περιεχόμενο». Ο θεατρικός συγγραφέας Ανέστης Ερυθριάδης (Α. Κόκκινος) σε άρθρο του σε φιλολογική συλλογή που εκδόθηκε το 1932 τόνισε σχετικά: «Η προλεταριακή λογοτεχνία είναι ένας από τους τρόπους που βοηθάει στο χτίσιμο του σοσιαλισμού, ξυπνάει τη συνείδηση του λαού, πολεμάει στις πρώτες γραμμές τον αλύπητο ταξικό αγώνα, πολεμάει για να γίνει δυνατό και ανίκητο το κράτος του σοσιαλισμού. Για μας η λογοτεχνία είναι ένα από τα πιο ενεργητικά μέσα που χρησιμοποιεί το προλεταριάτο, ένα από τα πιο στιβαρά όπλα του αγώνα του, ένας τρόπος που βοηθάει το γρήγορο χτίσιμο, τη δημιουργία του νέου κόσμου»[86].
Εχει σημασία τέλος να τονίσουμε ορισμένες πλευρές σχετικά με τη στάση της νεαρής σοβιετικής εξουσίας έναντι των θρησκειών, μιας και ανακύπτει συχνά στη βιβλιογραφία.
Το 1918 πραγματοποιήθηκε ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας, όπου κάθε πολίτης ή ομάδα πολιτών διατηρούσε το δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης των θρησκευτικών τους καθηκόντων, ενώ απαγορευόταν κάθε μορφή θρησκευτικής προπαγάνδας. Ορισμένοι ιστοριογράφοι, στα πλαίσια ενός γενικότερου αντικομμουνισμού, πρόβαλαν την πολιτική πλήρους διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας και ανεξιθρησκίας ως επίθεση κατά των θρησκευτικών ελευθεριών και των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων των εθνοτήτων και ειδικότερα των Ελλήνων της ΕΣΣΔ. Η μάχη «Κατά των προλήψεων» που ξεκίνησε ο «Σπάρτακος», εφημερίδα των Ελλήνων κομμουνιστών, στιγματίστηκε, ενώ καυτηριάστηκε ο χαρακτηρισμός της παπαδοκρατίας ως «οι μαύροι αυτοί χωροφύλακες του δεσποτισμού».[87]
Το γεγονός ότι σήμερα μπορεί να μη βρισκόμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε πλήρως τον οπισθοδρομικό και αντιδραστικό χαρακτήρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο τσαρικό καθεστώς, δεν αναιρεί την τιτάνια προοδευτική προσπάθεια του νέου σοβιετικού καθεστώτος να απελευθερώσει τους πολίτες της ΕΣΣΔ από τις μεσαιωνικές προλήψεις που τους κρατούσαν «σκλάβους» σε ένα θεοκρατικό απολυταρχικό καθεστώς για αιώνες. Η διαπίστωση του Β. Αγτζίδη πως οι μισοί γάμοι που πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα τον Αύγουστο του 1921 ήταν θρησκευτικοί αποτελεί την πιο αδιάψευστη απόδειξη πως οι λαοί της ΕΣΣΔ «αντιστέκονταν» στην προοδευτική προσπάθεια, δε θα μπορούσε να ήταν πιο λανθασμένη. Ισα-ίσα, το γεγονός ότι σε μόλις 3,5 χρόνια σοβιετικής εξουσίας καταγράφηκε τόση μεγάλη εξέλιξη υπό το βάρος αιώνων σκοταδισμού συνηγορεί κατηγορηματικά σε ακριβώς αντίθετα συμπεράσματα.[88]
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ, ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΤΑΞΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

Οι κοινωνικές τάξεις και αντιθέσεις δεν εξαλείφθηκαν βέβαια από τη μία μέρα στην άλλη. Αναφορικά με το ελληνικό στοιχείο, έκθεση του Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων προς την ελληνική κυβέρνηση (1922) αναφέρει πως «εγκλείει όλα τα κοινωνικά στρώματα» και πως δεν τίθεται ζήτημα «περί ομαδικής μεταναστεύσεως», αφού εκτός των άλλων ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν «συμφέρει εθνικώς». Γίνεται λόγος μόνο για έναν αριθμό Ελλήνων «περί τας 7-10 χιλιάδας εκ της αστικής τάξεως… οι οποίοι υπό τας δημιουργηθείσας συνθήκας είναι αδύνατον να ζήσουν εκεί».
Ενα επιπλέον σημαντικό στοιχείο που παρατίθεται στην ίδια έκθεση είναι το γεγονός πως οι Ελληνες έμποροι (εν μέρει λόγω και της πολιτικής της ΝΕΠ) «κατορθώνουν να συγκεντρώνουν εις τας χείρας των τα 9/10 του διεξαγόμενου μετά της Νοτίου Ρωσίας εμπορίου». Γι’ αυτό το λόγο θα υπάρξουν και αλλεπάλληλες συστάσεις τόσο για αναγνώριση της ΕΣΣΔ από το ελληνικό κράτος, όσο και για αύξηση του όγκου των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών, ώστε να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο η θέση του ελληνικού εμπορίου στην περιοχή.[89]
Η αναγκαιότητα της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (NEP) έδωσε λοιπόν την ευκαιρία στο ελληνικό κεφάλαιο να επαναδραστηριοποιηθεί, ενώ πολλοί κατάφεραν να συγκεντρώσουν σημαντικές ποσότητες ξένου συναλλάγματος. Η μαρτυρία της Β. Μουρατίδου είναι ξεκάθαρη: «με το νόμο για τη ΝΕΠ… είχε αφεθεί ελεύθερο το εμπόριο. Στο Βατούμ έρχονταν πλοία απ’ όλο τον κόσμο, το χρήμα έρεε άφθονο και συνεπώς προνοητικοί πολίτες είχαν αποταμιεύσει και κρύψει αρκετό συνάλλαγμα»[90]. Αυτή η «προνοητικότητά» τους θα αποβεί και ένας από τους σημαντικότερους λόγους που οδήγησαν αργότερα στις συλλήψεις πολλών Ελλήνων, αφού η κατοχή συναλλάγματος στην ΕΣΣΔ ήταν παράνομη.
Η περίοδος 1921-1926 εμφανίζεται γενικά ως περίοδος ανάκαμψης του ελληνικού κεφαλαίου, το οποίο κατάφερε να εκμεταλλευτεί τις ιδιόμορφες συνθήκες της ΝΕΠ και να ανακτήσει κάποιο από το χαμένο έδαφος. Το ίδιο συμβαίνει και με την τάξη των μεγάλων ελλήνων γαιοκτημόνων.[91]
ΚΟΛΕΚΤΙΒΟΠΟΙΗΣΗ

Οι τελευταίοι βρέθηκαν στο επίκεντρο των εξελίξεων, όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1920 προς τις αρχές τις δεκαετίας του 1930 ξεκίνησε η πολιτική της κολεκτιβοποίησης και ο αγώνας εναντίον των κουλάκων (της εκμεταλλεύτριας τάξης της ρωσικής υπαίθρου). Ανάμεσα στους πρωτοπόρους εργάτες που στάλθηκαν στην ύπαιθρο προκειμένου να βοηθήσουν τη μικρομεσαία αγροτιά βρίσκονταν και πολλοί Ελληνες. Πολλοί αγρότες και γαιοκτήμονες ελληνικής καταγωγής, που ήθελαν να αποφύγουν την κολεκτιβοποίηση, έσπευσαν τότε να αποκτήσουν την ελληνική υπηκοότητα, αφού «οι έχοντες ξένη υπηκοότητα δεν υποχρεώνονταν να συμμετάσχουν στα κολχόζ και διατηρούσαν μ’ αυτόν τον τρόπο τα κτήματά τους»[92]. Αλλοι προχώρησαν σε ανοιχτό σαμποτάζ υπονομεύοντας τη λειτουργία των νεοϊδρυθέντων κολχόζ, σκοτώνοντας ζώα, διαπράττοντας κλοπές και άλλες πράξεις βίας. Στο θέμα όμως των αντιδράσεων θα επανέλθουμε και στη συνέχεια.
Στη δημιουργία ελληνικών κολχόζ πρωτοστάτησαν τα κομματικά μέλη της υπαίθρου, οι οποίοι άρχισαν να σχηματίζουν συλλογικά οργανωμένες αγροτικές μονάδες από το 1925 κιόλας. Το ελληνικό κολχόζνικο κίνημα σημείωσε αξιοσημείωτες επιτυχίες: το κολχόζ «Βοροσίλοφ» υπό την πολιτική καθοδήγηση του Χ. Ε. Λαβασσά (Ελληνα εργάτη και κομματικού μέλους που στάλθηκε για να βοηθήσει στη διαδικασία) κατέκτησε μια από τις δύο πρώτες θέσεις ανάμεσα στα καλύτερα κολχόζ σε ολόκληρη την ΕΣΣΔ![93]
Οι μαρτυρίες πολλών από αυτούς που συνέδραμαν στη δημιουργία των κολχόζ συνθέτουν μια ενδεικτική εικόνα της συμμετοχής των ελληνικών πληθυσμών γενικά στο κίνημα υπέρ της κολεκτιβοποίησης: «Ως ένα από τα περισσότερο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα μιας τέτοιες συγκροτημένης αγροτικής οργάνωσης θεωρούνταν το κολχόζ “Krasnoe Znamiia” (Κόκκινη Σημαία) ενός χωριού με αρκετούς Ελληνες κατοίκους, του Μερτσάν. Στο κολχόζ του Μερτσάν, που οργανώθηκε το 1930 με πρωτοβουλία των κομμουνιστών του χωριού και των «κόκκινων στρατιωτών», εντάχθηκαν 150 οικογένειες που είχαν στην ιδιοκτησία τους 200 εκτάρια γης, 50 βόδια, 40 αλέτρια και 8 αλωνιστικές μηχανές. Η χωρίς κλυδωνισμούς ένταξη των αγροτών του Μερτσάν στο κολχόζ “Krasnoe Znamiia” οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος στην πρόεδρο της κοινότητας και «πρώτη κομμουνίστρια του χωριού» Αννα Τσιμιάνοβα»[94].
«Τα μέλη του κολχόζ, που μάζευαν μεγάλη ποσότητα βλαστών… τα βράβευαν, διότι τα θεωρούσαν ήρωες και ηρωίδες. Στη Γεωργία βραβεύτηκαν πρωτοπόροι, που κρίθηκαν άξιοι Ηρωες της Σοσιαλιστικής Δουλειάς, δίνοντάς τους το παράσημο του Χρυσού άστρου… Αυτής της τιμής αξιώθηκε η μαυρομάτα νεαρή κολχόζνιτσα Μαρίκα Παρασκευοπούλου, από το χωριό Αχαλσσένι. Οι συγχωριανοί με υπερηφάνεια μιλούσαν για την ηρωίδα τους. Μαζί με τη Μαρίκα και την αδερφή της, την Ιφιγένεια, μάζευε τσάι και η κόρη του Αλέξη, η Αραβέλα. Επικεφαλής αυτού του συνεργείου των συλλεκτών του τσαγιού και εσπεριδοειδών του κολχόζ ήταν ο ισχυρός και εργατικός νεαρός Πολυχρόνης Ισχανίδης. Για τον υψηλό δείκτη παραγωγικότητας η κυβέρνηση της Σοβιετικής Ενωσης τον βράβευσε με το παράσημο του Λένιν και του έδωσε τον τίτλο “Διακεκριμένος αγρότης της Δημοκρατίας της Γεωργίας”»[95]. Τα παραδείγματα είναι πολλά και φανερώνουν τα νέα ήθη και αξίες που καλλιεργούσε η νεαρή σοβιετική δημοκρατία στην πορεία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.
Στη σοσιαλιστική άμιλλα που γενικεύθηκε τη δεκαετία του 1930 μεταξύ των κολχόζ των Περιοχών διακρίθηκαν και πολλά ελληνικά. Η Ελληνική Περιοχή γνώρισε ιδιαίτερη οικονομική άνθηση, η οποία συνοδεύτηκε με υπερτριπλασιασμό του προϋπολογισμού για τις κοινωνικές παροχές του αγροτικού πληθυσμού, ποσό που έφτανε το 60% των συνολικών εξόδων (1930-1931). «Η αύξηση επίσης των διαθέσιμων για την παιδεία πόρων οδήγησε και στη θεαματική αύξηση του αριθμού των σχολείων και φυσικά και των μαθητών». Παράλληλα ισχυροποιήθηκαν, ποιοτικά και ποσοτικά, οι δεσμοί του Κόμματος με το λαό: Μόνο οι οργανώσεις της Κομσομόλ (της Κομμουνιστικής Νεολαίας) επταπλασιάστηκαν σε διάστημα μόλις 1,5 χρόνου.[96]
Βεβαίως, όπως σημειώσαμε και στην αρχή, οι διεργασίες αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν χωρίς αντιδράσεις, ιδιαίτερα από τους Ελληνες που κατείχαν μεγάλες ιδιοκτησίες γης (κουλάκοι) και οι οποίοι είχαν πολλά να χάσουν από την κολεκτιβοποίηση. Στις περιοχές Γόρισνι και Προχλάτι, για παράδειγμα, οι Ελληνες κουλάκοι ξεσήκωναν τους κατοίκους σε πράξεις εναντίον της σοβιετικής κυβέρνησης (1932), ενώ με συνθήματα όπως «δεν θέλουμε αυτονομία» και «να διαλυθούν τα ελληνικά σοβιέτ» επιχείρησαν να σαμποτάρουν τις πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή, διασπώντας τις ελληνικές οργανώσεις. Υπήρχαν παράλληλα καταγγελίες στον ελληνικό τύπο για φαινόμενα συνειδητής αποχής από τη δουλιά (όπως στο κολχόζ Νέα Ζωή, όπου έβγαιναν για δουλιά μόλις το 1/3 των αγροτών που ήταν ενταγμένοι σε αυτό, ζώντας ουσιαστικά εις βάρος των υπολοίπων που εργάζονταν) ή και για ενεργό σαμποτάζ (καταστροφές περιουσίας των κολχόζ κ.ά.).[97]
ΜΕΡΟΣ Δ: ΟΙ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ 1930-1940 ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ «ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΠΙ ΣΤΑΛΙΝ

 Η πάλη ενάντια στις εθνικιστικές αποκλίσεις, δηλαδή το Μεγαλορωσικό σωβινισμό από τη μία και τον τοπικό αστικό εθνικισμό από την άλλη, υπήρξε ένας από τους κυριότερους άξονες της σοβιετικής πολιτικής απέναντι στο εθνικό ζήτημα. Ας μην ξεχνάμε πως η ΕΣΣΔ κληρονόμησε την πολυεθνική της σύνθεση από την Τσαρική Αυτοκρατορία και ως σοσιαλιστικό πολυεθνικό κράτος, από τη γέννησή του ακόμα, είχε να αντιμετωπίσει σωρεία συσσωρευμένων προβλημάτων των εθνοτήτων που την απάρτιζαν, μίση και πάθη ριζωμένα στις συνειδήσεις των λαών αυτών εδώ και αιώνες. Τη δεκαετία του 1920, τη σοβιετική πολιτική στο ζήτημα αυτό συνόδευε και η πεποίθηση πως οι διάφορες εθνικές ταυτότητες και πολιτισμοί, όχι μόνο δεν έρχονταν σε αντίθεση, αλλά αλληλοσυμπλήρωναν δημιουργικά τη σοσιαλιστική κουλτούρα. Αυτό σήμαινε, σύμφωνα με τον Αμερικανό ερευνητή Terry Martin, πως «όλα τα αρνητικά εθνικά χαρακτηριστικά μπορούσαν να αντιμετωπισθούν μέσω της εκπαίδευσης αντί μιας πολιτικής διώξεων σε εθνικό επίπεδο, ανάλογης με αυτή της αποκουλακοποίησης»[98].
Αυτή η πολιτική ομολογουμένως υπέστη αλλαγές τη δεκαετία του 1930, και κυρίως μετά το 1933-1934. Τι είχε μεσολαβήσει; α) Η άνοδος του φασισμού στη Γερμανία και η διαπίστωση ότι ένας δεύτερος ιμπεριαλιστικός πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. β) Η αποκάλυψη της δράσης εθνικιστικών - φασιστικών οργανώσεων στην Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανικής Στρατιωτικής Οργάνωσης (UVO) και της Οργάνωσης των Ουκρανών Εθνικιστών (OUN), οι οποίες αποτέλεσαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου τη μαγιά της ουκρανικής «πέμπτης φάλαγγας» που συνεργάστηκε με τους φασίστες εισβολείς.[99] Δεδομένης της εμπειρίας της περιόδου 1918-1920, κατά την οποία τα διάφορα εθνικιστικά πάθη και επιδιώξεις καλλιεργήθηκαν και αξιοποιήθηκαν από τους ιμπεριαλιστές για ιδίους σκοπούς, η σοβιετική κυβέρνηση προέβη σε μια σειρά μέτρα ώστε να αποφύγει επανάληψη παρόμοιων εξελίξεων. Ετσι, στις αρχές του 1938, το ΠΓ της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) ανέθεσε στο Λαϊκό Επιτροπάτο Εσωτερικών την εξουδετέρωση «των κατασκοπευτικών - σαμποταριστικών εφεδρικών σωμάτων» που είχαν εντοπισθεί να δρουν σε μια σειρά εθνότητες, ανάμεσα στους οποίους και Ελληνες.[100]
Η οδηγία αυτή, που φαίνεται ότι έδωσε ο ίδιος ο Στάλιν στο Γιεζόφ, αναφέρει συγκεκριμένα: «Να επιτραπεί στη Λαϊκή Επιτροπή Εσωτερικών Υποθέσεων να συνεχίσει μέχρι 15.4.38 την επιχείρηση συντριβής ομάδων σαμποτέρ Πολωνών, Λετονών, Γερμανών, Εσθονών, Φινλανδών, Ελλήνων, και ξένων και σοβιετικών υπηκόων σύμφωνα με τις υπάρχουσες εντολές της Λαϊκής Επιτροπής Εσωτερικών Υποθέσεων»[101]. Το ντοκουμέντο αυτό, το οποίο προσκομίζεται προς «απόδειξη» ενός υποτιθέμενου σχεδίου της σοβιετικής κυβέρνησης να προχωρήσει σε εκκαθαρίσεις των εθνικών μειονοτήτων, καταρρίπτει από μόνο του τους εν λόγω ισχυρισμούς, αφού δε μιλάει για συντριβή εθνικών μειονοτήτων γενικά, αλλά πολύ συγκεκριμένα για ομάδες σαμποτέρ που δραστηριοποιούνταν μέσα στη Σοβιετική Ενωση, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Η διαστρέβλωση της παραπάνω οδηγίας είναι οφθαλμοφανής, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους γίνεται αυτή η εσκεμμένη -και το λιγότερο κακότεχνη- παράφρασή της και έχουν να κάνουν με πολιτικές σκοπιμότητες και όχι βέβαια με εθνικές ανησυχίες.
Σε αυτό το σημείο λοιπόν «πάτησε» και αναπτύχθηκε μια ολόκληρη φιλολογία περί «εθνικών εκκαθαρίσεων» (σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται λόγος ακόμα και για «γενοκτονία»[102]), ξεκομμένη τόσο από το γενικότερο πλαίσιο της ιστορικής πραγματικότητας υπό την οποία τα συγκεκριμένα μέτρα πραγματοποιήθηκαν όσο και από το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών των μέτρων. Ετσι, αν κάποιος διαβάσει για παράδειγμα την «έρευνα» στον «Ταχυδρόμο», στις 18 Ιουνίου 2005, με τίτλο «Οι διωγμοί των Ελλήνων επί Στάλιν»[103] θα σχηματίσει την εικόνα (και δικαίως ίσως από τον τρόπο που παρουσιάζεται το θέμα) πως μια νύκτα, ως κεραυνός εν αιθρία, κάποιοι ιθύνοντες ενός παράλογου και αστυνομοκρατούμενου κράτους αποφάσισαν να εξαφανίσουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τους Ελληνες της ΕΣΣΔ.
Το εν λόγω άρθρο, παρά το γεγονός ότι στην πρώτη σελίδα τονίζεται πως «για πρώτη φορά, έπειτα από 68 χρόνια, μια έρευνα ρίχνει φως σ’ αυτή τη σκοτεινή σελίδα της ιστορίας του ελληνισμού», δεν αποτελεί βέβαια κάτι καινούργιο. Τουναντίον, αναπαράγεται μια «κλασσική» πλέον αντικομμουνιστική προπαγάνδα που έχει τις ρίζες της στις ψυχροπολεμικές «μελέτες» της δεκαετίας του 1950 και 1960 και φτάνει ως τις μέρες μας, με πολυάριθμα σχετικά άρθρα και βιβλία που εμφανίστηκαν μετά το 1991.[104]
Τι περιλάμβαναν λοιπόν τα μέτρα αυτά; Πρώτα και κύρια πρόβλεπαν τη μετεγκατάσταση κάποιων πληθυσμών, οι οποίοι βρίσκονταν σε ευαίσθητες στρατηγικές περιοχές (Βόλγας, Καύκασος κλπ.), που είτε είχαν εθνολογικούς δεσμούς με εχθρικά κράτη είτε είχαν χαρακτηριστεί στο παρελθόν από εθνικιστικές, αποσχιστικές τάσεις. Για τους λόγους αυτούς λοιπόν, ο κύριος όγκος των πληθυσμών που μετεγκατεστάθησαν αφορούσε τα γερμανικά φύλα του Βόλγα (που ανήκαν στην πρώτη κατηγορία στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω). Παρόμοια μέτρα λήφθηκαν για τους τουρκογενείς πληθυσμούς του Νοτίου Καυκάσου, εν όψει της προσέγγισης της Τουρκίας από τις δυνάμεις του Αξονα με «δέλεαρ» την προσάρτηση περιοχών της σοβιετικής Υπερκαυκασίας. Η διαδικασία αυτή έγινε με την υλική υποστήριξη του Κράτους, ενώ τη δεκαετία του 1950 επετράπη σε όσους το επιθυμούσαν να επανεγκατασταθούν στους τόπους καταγωγής τους.[105]
Εν όψει λοιπόν του επερχόμενου πολέμου οι σοβιετικές αρχές προέβησαν σε δραστικές ενέργειες αναφορικά με μερίδα των πληθυσμών που κατοικούσαν σε γεωγραφικά ευαίσθητες περιοχές και στις οποίες ο επιτιθέμενος θα μπορούσε ενδεχομένως να βρει έρεισμα και υποστήριξη (λόγω εθνικής συγγένειας). Ως πρώτο παράδειγμα ο Β. Αγτζίδης παραθέτει την περίπτωση των Κορεατών της Απω Ανατολής. Ειδικότερα αναφέρει πως «την περίοδο αυτή είχαν αρχίσει να επικρατούν και εθνικά κριτήρια στις διώξεις. Η αρχή έγινε με τους Κορεάτες της Απω Ανατολής, που εκτοπίστηκαν από το Ντάλνι Βοστόκ στα εδάφη της Κεντρικής Ασίας. Η επίσημη κατηγορία ήταν ότι ολόκληρη η κορεατική εθνότητα της ΕΣΣΔ ήταν κατάσκοπος των Γιαπωνέζων. Ολόκληρος πληθυσμός, ακόμα και τα μέλη του κόμματος, εκτοπίστηκαν»[106]. Η περιγραφή αυτή βέβαια αποτελεί τη μισή αλήθεια, ενώ παραπέμπει σκοπίμως τον αναγνώστη σε συνειρμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Ενας άλλος αμερικανός μελετητής ιστορικός, ο Terry Martin, επίσης έντονα αντικομμουνιστής (ο οποίος μάλιστα αναφέρεται στην ΕΣΣΔ ως αυτοκρατορία), παρουσιάζει τουλάχιστον μια πιο ψύχραιμη και ειλικρινή καταγραφή της κατάστασης, βάσει και πλούσιου πρωτογενούς υλικού από τα σοβιετικά κρατικά αρχεία. Η μετεγκατάσταση (και όχι εκτόπιση όπως θα δούμε στη συνέχεια) προέκυψε μετά από αίτημα της τοπικής περιοχής (Kraikom) στο Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων (Sovnarkom) τον Ιούλιο του 1936 για την άμεση λήψη μέτρων, ώστε να αντιμετωπιστούν «οι επιθετικές τακτικές των τοπικών αρχών της Manchuria και των Ιαπώνων, οι οποίοι εκμεταλλεύονται κάθε πέρασμα των συνόρων στη μεριά μας, είτε για να στρατολογήσουν κατασκόπους και δολιοφθορείς, είτε για να συκοφαντήσουν την Σοβιετική Ενωση»[107]. Οι σοβιετικές αρχές, που περίμεναν επίθεση από την Ιαπωνία αρκετά χρόνια πριν την απειλή της φασιστικής Γερμανίας, αποφάσισαν τελικά τη λήψη δραστικών μέτρων: Τη μετεγκατάσταση όλου του κορεατικού πληθυσμού σε περιοχές του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν.
Γιατί μετεγκατάσταση και όχι εκτόπιση; Η εκτόπιση είναι ένας περιγραφικός όρος που δε χρησιμοποιείται τυχαία στη βιβλιογραφία, αφού παραπέμπει στην εξορία, σε συνθήκες διαβίωσης δύσκολες, σχεδόν απάνθρωπες. Ομως τίποτε τέτοιο δεν ίσχυε για τους κορεατικούς πληθυσμούς, οι οποίοι αποκαταστάθηκαν βιοποριστικά σε συλλογικά αγροκτήματα, διέθεταν αυτονομία στη διαχείριση των υποθέσεών τους, ενώ η σοβιετική κυβέρνηση φρόντισε ακόμα και για τη δημιουργία ειδικών σχολείων, όπου τα μαθήματα διδάσκονταν στη μητρική τους γλώσσα κλπ. Ο T. Martin αναφέρει επίσης πως ο ίδιος ο Γιεζόφ, μόνο για τις εκπαιδευτικές ανάγκες του πληθυσμού, εξουσιοδότησε προσωπικά τη μεταφορά μιας ολόκληρης κορεατικής παιδαγωγικής σχολής, έναν κορεατικό εκδοτικό οίκο, καθώς και τις εγκαταστάσεις μιας κορεατικής εφημερίδας, στην Κεντρική Ασία.[108]
Οσον αφορά τους Ελληνικούς πληθυσμούς βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάστηκαν στον ίδιο βαθμό από τις διεθνείς εξελίξεις και την απειλή πολέμου, αλλά περισσότερο από την ταξική πάλη στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ. Ακόμα όμως και ανάμεσα σε αυτούς που κάποιος γνωστός ή συγγενής συνελήφθη ή εκτοπίστηκε, αναγνωρίστηκε η άμεση σύνδεση αυτών των μέτρων (συλλήψεις κλπ.) με τη φασιστική απειλή. «Τα σύννεφα της ανησυχίας», αναφέρει η Β. Μουρατίδου, «φάνηκαν στον ορίζοντα πολύ ενωρίτερα. Η δημιουργία φασιστικών καθεστώτων στη Γερμανία, την Ιταλία κ.α. έθεσε σε μεγάλη ανησυχία την ηγεσία της Σοβιετικής Ρωσίας, όπως και η ενίσχυση της Γερμανίας (με σκοπό την επίθεση της τελευταίας ενάντια στην ΕΣΣΔ, η οποία δεν ήταν ακόμη έτοιμη για πόλεμο)»[109]. Οι μετακινήσεις πληθυσμών, μεταξύ αυτών και ελληνικών, στα ενδότερα κατά την περίοδο 1941-1942 πραγματοποιήθηκε και στα πλαίσια της προστασίας τους από την προέλαση της φασιστικής πολεμικής μηχανής (χωρίς αυτό να σημαίνει πως πολλοί δε συγκαταλέγουν ακόμα και αυτό στην αναγκαστική μετατόπιση των πληθυσμών της περιοχής από το «σταλινικό καθεστώς»).
Ποια ήταν τα αρχικά εναύσματα που οδήγησαν στην απόφαση της σοβιετικής κυβέρνησης στη λήψη δραστικών μέτρων; Η αρχή έγινε με τους γερμανικούς πληθυσμούς. Ο T. Martin την προσδιορίζει χρονολογικά το 1933-1934, όταν στη ναζιστική Γερμανία εγκαινιάστηκε μια καμπάνια με τίτλο «Αδέρφια σε Ανάγκη» και είχε διακηρυγμένο σκοπό την ενίσχυση των γερμανικών πληθυσμών της ΕΣΣΔ (και ιδιαίτερα της Ουκρανίας) σε είδος και σε συνάλλαγμα. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε, σύμφωνα με τον ίδιο, την πιο αδιάψευστη απόδειξη του πώς μια εθνική διασπορά μπορεί «να χρησιμοποιηθεί ως όπλο εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης». Παραπέμπει δε σε σχετικό κρατικό έγγραφο στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Από τη στιγμή που ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία, παρατηρήθηκε αυξανόμενη κινητικότητα στις δραστηριότητες των Γερμανικών εθνικών σοβιέτ και μεταξύ των Γερμανικών συμβουλίων στην Ουκρανία… Η Χιτλερική κυβέρνηση μέσω των παγγερμανικών της οργανώσεων εκτόξευσε μέσα από το φασιστικό τύπο μια εκτεταμένη αντισοβιετική καμπάνια περί λιμού στην Ουκρανία, οργάνωσε εκθέσεις φωτογραφιών λιμοκτονούντων Ουκρανών και δημοσίευσε προβοκατόρικες δηλώσεις του Γερμανικού πληθυσμού της Ουκρανίας που ζητούσε βοήθεια»[110].
Οι εξελίξεις αυτές ήρθαν να προστεθούν στη διαπίστωση των σοβιετικών αρχών στις αρχές της δεκαετίας του 1930, πως οι εθνικές οργανώσεις και θεσμοί (όπως οι αυτόνομες εθνικές περιοχές, τα εθνικά σχολεία κλπ.), αντί για να αφοπλίσουν τις εθνικιστικές τάσεις στις περιοχές αυτές, μετατράπηκαν σε εφαλτήρια για την ενίσχυσή τους.
Το μέτρο της μετεγκατάστασης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού ήταν ομολογουμένως μια δύσκολη απόφαση (αν και σε καμιά περίπτωση δε στοιχειοθετούν «εθνοκάθαρση», όπως ισχυρίζονται ορισμένοι), όμως θα πρέπει να εκτιμηθεί στο πρίσμα των συνθηκών που διαμόρφωναν τα γεγονότα της εποχής: Αραγε πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί οι επιχειρήσεις στις όχθες του Βόλγα στο Στάλινγκραντ -που σφράγισαν την τροπή ολόκληρου του πολέμου- αν υπήρχαν ακόμα πάνω από μισό εκατομμύριο άτομα γερμανικής καταγωγής στην περιοχή; Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Ομως θέτοντας τις επιλογές αυτές της σοβιετικής κυβέρνησης στην πραγματική ιστορική τους βάση, μπορεί ίσως να κατανοήσει τη λογική και την αναγκαιότητά τους.
Αξίζει να σημειωθεί πως, ειδικότερα στην περίπτωση των ελληνικών πληθυσμών, παράλληλα με τη διαδικασία της μετεγκατάστασης, δόθηκε και η εναλλακτική λύση της παλιννόστησης, την οποία φαίνεται να επέλεξαν 20.000 περίπου Ελληνες. Και εδώ βέβαια οι ελληνικές αρχές δε στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων: «η ελληνική πρεσβεία στη Μόσχα είχε λάβει οδηγίες να χορηγεί θεωρήσεις σε όποιον Ελληνα επιθυμούσε να επαναπατρισθεί, αλλά [υπόμνημα του Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων] πρόσθετε ότι η πρεσβεία δεν είχε κυκλοφορήσει εγκύκλιο για να πληροφορήσει τους Ελληνες της Ρωσίας ότι μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα χωρίς κανένα περιορισμό»[111]. Σε αντίθεση, άλλες κυβερνήσεις (όπως η γερμανική και η πολωνική) προέβησαν άμεσα σε μέτρα γι’ αυτούς που επιθυμούσαν να εγκατασταθούν μόνιμα εκτός συνόρων της ΕΣΣΔ.
Πώς συμπεριλήφθησαν οι Ελληνες της Νότιας Ρωσίας στα παραπάνω μέτρα; Ο ερευνητής Ιβάν Τσούχα, τον οποίο επικαλείται το άρθρο του «Ταχυδρόμου», αναφέρει πως «μια εκδοχή είναι… η πληροφορία από την Αθήνα [η οποία έγινε και η αιτία για την εφαρμογή των μέτρων στους Ελληνες] να μιλούσε για ενδεχόμενη αυτονομιστική κίνηση Ελλήνων που έμεναν στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και δημιουργία ακόμη και ανεξάρτητου κράτους στο Νότο της ΕΣΣΔ. Πίσω από την κίνηση αυτή, σύμφωνα πάντοτε με τις ίδιες πηγές, βρίσκονταν Ελληνες που διατηρούσαν στενές σχέσεις με το φασιστικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά… Είχε προηγηθεί η άρνηση του μεταξικού καθεστώτος να δεχτεί τον επαναπατρισμό αρκετών χιλιάδων Ελλήνων που ζούσαν στη Σοβιετική Ενωση, δίχως ωστόσο να έχουν πάρει σοβιετικά διαβατήρια»[112].
Αυτή η εκδοχή φαίνεται να επιβεβαιώνεται ακόμα και από το αντι-κομμουνιστικό βιβλίο των Beck και Godin (ψευδώνυμα δύο Σοβιετικών συγγραφέων που ήταν στη φυλακή την εποχή εκείνη στην ΕΣΣΔ) που δημοσιεύτηκε (για ευνόητους λόγους) στις ΗΠΑ το 1951: «Ετυχε να είμαστε πολύ καλά πληροφορημένοι για τους Ελληνες αυτούς επειδή ένας από μας μοιραζόταν το κελί με έναν άνθρωπο που, σύμφωνα με δική του ομολογία, επρόκειτο να γίνει Υπουργός Παιδείας στη σχεδιαζόμενη Μεγάλη Ελληνική Δημοκρατία, η οποία επρόκειτο να ιδρυθεί με ξένη -και ειδικά ελληνική- βοήθεια στη Νότια Ρωσία»[113]. Το ότι υπήρχαν στην Ελλάδα σύλλογοι Ελλήνων από τη Ρωσία (κυρίως πρώην κεφαλαιούχοι που είχαν χάσει τις περιουσίες τους από την αλλαγή του καθεστώτος) που διατηρούσαν καλές σχέσεις και ιδεολογική συμπάθεια - συγγένεια με το καθεστώς Μεταξά είναι γεγονός. Σε υπόμνημα του «Σωματείου Ελλήνων εκ Ρωσίας» αναφέρεται πως ο εκτοπισμός Ελλήνων έγινε με κριτήριο τις εθνικιστικές και αντικομμουνιστικές τους πεποιθήσεις.[114]
Βέβαια αυτονομιστικές κινήσεις είχαν πραγματοποιηθεί και νωρίτερα. Ο Π. Τανιμανίδης ισχυρίζεται πως «η σύγκρουση των Ελλήνων με το σοβιετικό κράτος είχε αρχίσει ήδη από το 1931-32, γιατί επιθυμούσαν αυτοί να ιδρύσουν μέσα στη Σοβιετική Ενωση αυτόνομες ελληνικές περιοχές»[115]. Την κατάσταση χειροτέρευαν και οι αναβιώσες φήμες περί πλοίων που έρχονταν από την Ελλάδα για να μεταφέρουν τους ομογενείς πληθυσμούς στην πατρίδα, τις οποίες καλλιεργούσαν διάφοροι αντιδραστικοί κύκλοι με σκοπό τη δημιουργία ψεύτικων ελπίδων και αναταραχών (επαναλαμβάνοντας την κατάσταση που επικρατούσε την περίοδο 1917-1921).[116]
Πολλοί ερευνητές ισχυρίζονται πως η ύπαρξη υπονομευτικών ομάδων ανάμεσα στους Ελληνες -και γενικότερα- δεν ήταν τίποτε άλλο από χαλκευμένες κατηγορίες των αρχών. Και όμως η ύπαρξή τους επιβεβαιώνεται και μέσα από τα επίσημα στοιχεία του Ελληνικού Κράτους. Ετσι, στην αίτηση του Αλεξίου Ελευθεριάδη προς τις προξενικές αρχές (22 Σεπτεμβρίου 1935) αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Πλην εάν εγώ απηλλάγην εκ των δεινών της Κομμουνιστικής Ρωσίας υπάρχουν εκεί οικογένειαι υποφέρουσι τα πάνδεινα διότι είναι εχθροί του Κομμουνιστικού καθεστώτος. Οι άνθρωποι ούτοι υπό την ηγεσία μου κατ’ επανάληψιν εξεγερθέντες κατά τα έτη 1929 και ιδίως κατά τα έτη 1931-1932 έστρεψαν τα όπλα εναντίον των κομμουνιστών, πλην όμως δεν είχον την τύχην να ιδούν τας προσπάθειας των ευδοκιμούσας, βραδύτερον δε συνελαμβάνοντο μεθ’ εμού και εξορίζοντο εις την Σιβηρίαν υποφέροντες τα μέγιστα υπό των κομμουνιστών»[117].
Εχοντας υπόψη τα παραπάνω, σε «πρώτη προτεραιότητα» τέθηκαν οι Ελληνες οι οποίοι «είχαν κρατήσει την ελληνική υπηκοότητα και ασκούσαν επικερδή επαγγέλματα ή επαγγέλματα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν προβλήματα στον καθημερινό βίο…»[118]. Με άλλα λόγια, επρόκειτο για άτομα τα οποία: α) Είχαν ταξικό συμφέρον σε μια πιθανή αλλαγή του κοινωνικοοικονομικού καθεστώτος. β) Δεν είχαν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και ούτε θα στρατεύονταν σε περίπτωση πολέμου. γ) Σε περίπτωση εμπόλεμης κατάστασης θα ήταν σε θέση λόγω της επαγγελματικής τους κατάστασης να προκαλέσουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Εξ άλλου, όπως είδαμε και πιο πάνω, η ελληνική υπηκοότητα αποκτήθηκε είτε την περίοδο 1917-1920 (εποχή της εθνικιστικής - αυτονομιστικής έξαρσης) είτε την περίοδο 1927-1931 από γαιοκτήμονες που ήθελαν να αποφύγουν την κολεκτιβοποίηση.
Ο ταξικός προσανατολισμός των ενεργειών των σοβιετικών αρχών κατά την περίοδο 1936-1939 υποστηρίζεται από πληθώρα στοιχείων. Οπως ήδη αναφέραμε, πολλοί Ελληνες, κατά την κρίσιμη περίοδο της ΝΕΠ, βρήκαν την ευκαιρία να συγκεντρώσουν σημαντικές ποσότητες συναλλάγματος, τις οποίες και έκρυβαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τη δεκαετία του 1930 πραγματοποιήθηκαν εκτενείς έρευνες και συλλήψεις με την κατηγορία αυτή. Η συντριπτική πλειοψηφία μάλιστα των περιπτώσεων σύλληψης Ελλήνων υπηκόων που αναφέρθηκαν στην Πρεσβεία της Ελλάδας στη Μόσχα και στο Υπουργείο Εξωτερικών αφορούν περιπτώσεις παράνομης κατοχής και διακίνησης συναλλάγματος. Απόδειξη του ότι οι σοβιετικές αρχές είχαν στόχο την καταπολέμηση της λαθραίας εμπορίας συναλλάγματος και όχι τις εθνικές μειονότητες ή τις περιουσίες τους αποτελεί η αφήγηση του παρακάτω σχετικού περιστατικού: «Κατά την επίσκεψή τους στο σπίτι μας, οι άνδρες της ασφάλειας πήραν μαζί τους και όλα τα χρυσαφικά της μάνας μου. Αυτά της τα επέστρεψαν μετά την αποφυλάκισή της, αφού κράτησαν τα δολάρια [πρόκειται για το ποσό των 2.500 δολαρίων, διόλου ευκαταφρόνητο για εκείνη την εποχή]»[119].
Τα στοιχεία που ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη θέση ότι ο προσανατολισμός των ενεργειών της σοβιετικής κυβέρνησης βασιζόταν σε ταξικά και όχι σε εθνικά κριτήρια, έχουν να κάνουν και με το γεγονός ότι επικεντρώθηκαν σε όσους «ασκούσαν διάφορα επικερδή επαγγέλματα και ήταν ευκατάστατοι… άρχισαν πρώτα απ’ αυτούς που είχαν διάφορα επαγγέλματα στα παλαιότερα χρόνια ή και την εποχή εκείνη και όχι από τους εργάτες και τους αγρότες».
Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, στον προσδιορισμό των ατόμων εκείνων που περιλήφθηκαν στις διώξεις, συνέβαλαν αποφασιστικά «οι συμπατριώτες μας οι Ελληνες, που ήταν στο κόμμα - είχαν εξέχουσες ή διοικητικές θέσεις»[120]. Από τους Ελληνες που συνελήφθηκαν από την Ελληνική περιοχή, το 32% προερχόταν από τα κολχόζ (κατηγορούμενοι για σαμποτάζ), το 27% βρισκόταν σε εξειδικευμένες θέσεις, το 13% κατείχε διευθυντικές θέσεις, το 10% ήταν υπάλληλοι, το 6% εκπαιδευτικοί, ενώ μόλις το 3% ήταν εργάτες.[121] Το ταξικό υπόβαθρο των ενεργειών των σοβιετικών αρχών δε θα μπορούσε να ήταν πιο σαφές.
Ενα επιπλέον πολύ σημαντικό στοιχείο που προκύπτει από την έρευνα του Ιβάν Τσούχα, καθώς και από τις μαρτυρίες που χρησιμοποιούνται στο άρθρο του «Ταχυδρόμου», είναι ότι η επιλογή ατόμων που κρίνονταν ύποπτοι γινόταν κατά κύριο λόγο, όχι από τις σοβιετικές αρχές, αλλά από τα τοπικά εθνικά συμβούλια των ίδιων των Ελλήνων της ΕΣΣΔ. Και σημειώνει ειδικότερα ο Ιβάν Τσούχα «που δεν μπορεί να κρύψει την απορία του», πως«σχεδόν κανένας από τους επιζώντες των γκουλάγκ αλλά και από τους συγγενείς των θυμάτων εκείνης της περιόδου δεν εκφράστηκε αρνητικά για τον Στάλιν… Αντίθετα, όλοι κατηγορούν τον Γιεζόφ, που ως διευθυντής της NKVD, είχε την ευθύνη για το σχεδιασμό των διώξεων, αλλά και τους Ελληνες που κατέδωσαν τους ομοεθνείς τους…»[122]!
Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις ανθρώπων που συνελήφθησαν μετά από κατηγορίες συντοπιτών τους, οι οποίοι -σύμφωνα πάντα με τους κατηγορούμενους- τους σύναψαν διάφορα αδικήματα εξαιτίας προσωπικών διαφορών, αντιδικιών κλπ. Πολλοί από αυτούς στη συνέχεια αθωώθηκαν και κατάφεραν να αποκαταστήσουν την υπόληψή τους, λαμβάνοντας ακόμα και υπεύθυνες θέσεις στο σοβιετικό κράτος.[123]
Ενα σημαντικό στοιχείο, ωστόσο, που δεν αναφέρεται πουθενά στη σχετική βιβλιογραφία είναι το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός εξ αυτών που συνελήφθησαν την περίοδο 1937-1939 αφέθησαν ελεύθεροι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με σχετική έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας στη Μόσχα, μόνο κατά το έτος 1938-1939 αποφυλακίστηκαν πάνω από 755 άτομα: αριθμός που εκτιμάται πολύ μεγαλύτερος από την ίδια την Πρεσβεία λόγω έλλειψης συνολικής εικόνας.[124]
Οσον αφορά τέλος τα νούμερα που παρατίθενται (15.000 εκτελεσμένοι και 20.000 φυλακισμένοι στα γκουλάγκ) δεν αναφέρεται συγκεκριμένη πηγή, ώστε να καταστεί δυνατή η διασταύρωσή τους (τα νούμερα τα δίνει ο Ιβάν Τσούχα, αλλά δεν αναγράφεται η πρωτογενής πηγή). Αλλοι κάνουν λόγο ακόμα και για 200.000 εκτοπισμένων.[125] Η μόνη διασταύρωση που μπορούμε να κάνουμε εμείς είναι με τα στοιχεία που παρατίθενται από μια παρόμοια έρευνα με βάση τα επίσημα κρατικά αρχεία της ΕΣΣΔ και κάνουν λόγο για 2.610 έλληνες εκτοπισμένους το 1942 (αριθμός που έπεσε στους 1.247 το 1947).[126] Από την άλλη μεριά, ο συνολικός αριθμός των μετεγκατεστημένων σύμφωνα με τα αρχεία της KGB (αναφέρονται ως «ειδικοί μέτοικοι») μέχρι το 1953 ανερχόταν σε 14.760. Η γεωγραφική κατανομή τους επίσης δείχνει ότι ελάχιστος αριθμός εξ αυτών εγκαταστάθηκε σε περιοχές της Σιβηρίας, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία τοποθετήθηκε σε προάστια μεγάλων αστικών κέντρων (στις πόλεις Molotov, Sverdlovsk, ακόμα και στη Μόσχα).[127] Ενδεικτικό του «μαγειρέματος» των στοιχείων από διαφόρους μελετητές είναι το γεγονός ότι στον υπολογισμό των εκτοπισμένων επί Στάλιν συμπεριλάμβαναν ακόμα και τους πολιτικούς πρόσφυγες που κατέφυγαν από την Ελλάδα στη Σοβιετική Ενωση μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ.[128] Τέλος η αφερεγγυότητα του ιδεολογήματος περί «μαζικών διώξεων» και «γενοκτονίας» αποδεικνύεται και από τη συνεχόμενη αυξητική πορεία του συνολικού αριθμού των Ελλήνων στην ΕΣΣΔ, η οποία σε καμιά απολύτως περίοδο δεν παρουσιάζει μείωση ή στασιμότητα.[129]
Οι οποιεσδήποτε ενέργειες από πλευράς σοβιετικού κράτους είχαν συγκεκριμένα αίτια και σκοπούς που καθορίζονταν από το χαρακτήρα της ταξικής πάλης στις δοσμένες ιστορικές συνθήκες. Εν τέλει αφορούσαν μια μικρή μερίδα των Ελλήνων στην ΕΣΣΔ. Η πλειοψηφία του ελληνισμού στη Σοβιετική Ενωση απέδειξε έμπρακτα την εκτίμηση και αφοσίωσή του στο νέο κοινωνικοπολιτικό καθεστώς κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Χιλιάδες Ελληνες πολέμησαν στην πρώτη γραμμή ενάντια στη φασιστική επίθεση και έδωσαν τη ζωή τους για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής τους πατρίδας. Ακόμα και σε περιοχές κατεχόμενες από τους Ναζί, δεν ήταν λίγοι οι Ελληνες που έσπευσαν μαζικά να ενισχύσουν τις γραμμές των παρτιζάνων που δρούσαν στα μετόπισθεν. Σύμφωνα μάλιστα με τη μαρτυρία ενός Ελληνα από την Κριμαία «κάθε δεύτερη ελληνική οικογένεια είχε έναν αντάρτη»[130].
Ωστόσο υπήρχαν και εξαιρέσεις. Τις εξαιρέσεις αυτές αφορούσαν και οι ενέργειες των σοβιετικών αρχών έναντι μιας μερίδας Ελλήνων την περίοδο 1946-1949. Οι διώξεις μερίδας ανθρώπων που ανήκαν σε μια σειρά μειονοτήτων που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο μετά τον πόλεμο είχαν πολύ διαφορετικά κριτήρια, τα οποία παραθέτονται σε σχετικά έγγραφα του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων: «Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής σημαντικό μέρος του βουλγαρικού πληθυσμού συμμετείχε ενεργά στην εφαρμογή μέτρων για τη συγκέντρωση σιτηρών και τροφίμων για το γερμανικό στρατό… Σημαντικό μέρος των Ελλήνων, ιδιαίτερα στις παραλιακές πόλεις με την εισβολή των κατακτητών ασχολούνταν με το εμπόριο και την ελαφριά βιομηχανία… οι Εθνικές επιτροπές των Αρμενίων… έκαναν προπαγανδιστική δουλειά για “Ανεξάρτητη Αρμενία”». Ο συγγραφέας που παραθέτει και το παραπάνω ντοκουμέντο επιχειρεί στη συνέχεια να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, λέγοντας πως ήταν απόλυτα φυσιολογικό για μια μερίδα των Ελλήνων «αντί να πεθάνουν από την πείνα» να προτιμήσουν «να ασχοληθούν με το εμπόριο και την ελαφριά βιομηχανία»[131].
Ξεχνάει ίσως ότι τους αντίστοιχους ανθρώπους στην Ελλάδα τους καταδικάζανε ως συνεργάτες των κατοχικών δυνάμεων και τους εκτελούσαν επί τόπου (συγκριτικά οι σοβιετικές αρχές υπήρξαν ομολογουμένως πολύ πιο μεγαλόψυχες περιοριζόμενες στη μετεγκατάσταση μακριά από τις συνοριακές περιοχές ή τον εκτοπισμό τους). Για να μην αναλογιστούμε καν τι θα συνέβαινε αν ο καθένας την εποχή αυτή λογάριαζε μόνο την επιβίωσή του και δεν έκανε θυσίες για την απελευθέρωση του συνόλου. Ευτυχώς η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού, όπως και άλλων λαών, δε θεώρησε εκείνη τη στιγμή αυτή τη στάση δικαιολογημένη…
ΜΕΡΟΣ Ε: Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ

Η διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας για τις διώξεις πραγματοποιήθηκε σε δύο κυρίως άξονες: α) Το χαρακτήρα των διώξεων και β) την έκτασή τους. Μια πρόσφατη έρευνα Αμερικανών ιστορικών στα κρατικά αρχεία της ΕΣΣΔ, που δημοσιεύτηκε στο American Historical Review, προσφέρει μια σειρά ακράδαντων στοιχείων που αποδομούν από τα θεμέλιά τους τις διάφορες «θεωρίες» περί εθνοκάθαρσης των μειονοτήτων στην ΕΣΣΔ. Η έρευνα αυτή κατέληξε συμπερασματικά πως η λεγόμενη «περίοδος της τρομοκρατίας» (αναφέρονται στην περίοδο 1936-1940) «στόχευε κυρίως στις ελίτ παρά στις εθνικές ομάδες αυτές καθαυτές». Επηρέασε δηλαδή μέλη εθνοτήτων τα οποία ανήκαν στη διοικητική και οικονομική ελίτ (και τα οποία αντιμετώπιζαν κατηγορίες διαφθοράς, κατάχρησης εξουσίας κλπ.), λόγω της θέσης που κατείχαν και όχι εξαιτίας της καταγωγής τους. Ιδιαίτερα για «τους λαούς του Καυκάσου», τα αρχειακά ευρήματα αποδεικνύουν πως «αντιπροσωπεύονταν σε μικρότερο ποσοστό στο σύστημα GULAG από ότι τους αναλογούσε στο σύνολο του πληθυσμού της χώρας: Ως εθνικές ομάδες επηρεάστηκαν λιγότερο συγκριτικά κατά το 1937-1938». Ακόμα ειδικότερα για τους ελληνικούς πληθυσμούς να σημειώσουμε πως δε συγκαταλέγονται ούτε καν στη λίστα με τις 14 εθνικότητες που «αντιπροσωπεύτηκαν» στα GULAG με τα μεγαλύτερα ποσοστά (με τελευταίους τους Φινλανδούς με ανώτατο αριθμό εγκλείστων 2.750 άτομα).
Στο σύνολό τους τα δεδομένα που προέκυψαν από την εξέταση των κρατικών αρχείων της ΕΣΣΔ φαίνεται να υποστηρίζουν «την υπόθεση» που είχε ήδη αρχίσει να υποστηρίζεται από μεγάλη μερίδα της επιστημονικής κοινότητας «ενός προοδευτικά αντι-ελίτ προσανατολισμού της ποινικής πολιτικής» κατά τη δεκαετία του 1930 και έπειτα. Παράλληλα οι συγγραφείς της μελέτης κατέληξαν πως οι «ισχυρισμοί ότι ο τρόμος έπεσε με ιδιαίτερο βάρος στις μη-Ρωσικές εθνικότητες δεν προκύπτει από τα δεδομένα των έγκλειστων τη δεκαετία του 1930. Ο συνήθης ισχυρισμός ότι οι περισσότεροι εκ των κρατουμένων ήταν «πολιτικοί» επίσης φαίνεται αναληθής. Από την άλλη μεριά, τα νέα στοιχεία υποστηρίζουν την άποψη, στην οποία κατέληξαν και άλλες στατιστικές έρευνες και μελέτες άλλων τύπων, πως οι διώξεις στόχευαν την Σοβιετική ελίτ»[132].
Αναφορικά με την έκταση των διώξεων, μια τυπική προσέγγιση του ζητήματος αποτελεί η παρακάτω, φερόμενη ως δεδομένη, κατάσταση: «Οι αρχές γύριζαν από σπίτι σε σπίτι στις ελληνικές κοινότητες, έκαναν κατάσχεση των ελληνικών διαβατηρίων, των φωτογραφιών και των γραμμάτων από την Ελλάδα και συλλάμβαναν όλους σχεδόν τους Ελληνες (ηλικίας 16 ετών και άνω) της Ελληνικής Περιοχής. Τελικά δεν απέμεινε ελληνική οικογένεια που να μην είχε θύματα αυτών των συλλήψεων».
Πηγή αυτής της ισοπεδωτικής περιγραφής που χρησιμοποιείται στη συνέχεια ως βάση για την περαιτέρω επέκταση και ανάπτυξη της υπόθεσης: Δύο προφορικές μαρτυρίες «αυτόπτων μαρτύρων» που κατεγράφησαν το 1990![133] Η αξιοπιστία των πηγών αυτών προσβάλλεται από την ίδια την οφθαλμοφανή υπερβολή των περιγραφών τους. Ορισμένες μάλιστα, φτάνουν να μιλούν για 20 εκατομμύρια φυλακισμένους, μόνο για την περίοδο 1937-1938![134]
Αλλοι δε διστάζουν να κάνουν λόγο για ολοκληρωτικό ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών του Καυκάσου και για συστηματικό σχέδιο εξόντωσης των αυτοχθόνων εθνοτήτων της περιοχής, μεταξύ των οποίων και των Ελληνοποντίων. Γεγονός που διαψεύδεται κατηγορηματικά από όλες τις πληθυσμιακές απογραφές των μετέπειτα χρόνων.[135]
Για άλλη μια φορά η έρευνα των Getty, Rittersporn και Zemskov στα σοβιετικά κρατικά αρχεία που δημοσιεύτηκε στο American History Review θα μας βοηθήσει να επαναφέρουμε τη συζήτηση στην πραγματική της βάση. Συνολικά το διάστημα 1937-1939, μια περίοδο έντονης ταξικής πάλης, ο αριθμός των σοβιετικών πολιτών που βρίσκονταν κρατούμενοι σε διάφορες εγκαταστάσεις έφτανε τα 2,5 εκατομμύρια ή το 2,4% του συνόλου του πληθυσμού. Ο αριθμός μπορεί με μια πρώτη ματιά να φανεί μεγάλος, παρά τις συνθήκες κοινωνικών αντιθέσεων και συγκρούσεων στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως. Ωστόσο, αρκεί να αναλογιστεί κανείς πως στις ΗΠΑ το 1996, ο αντίστοιχος αριθμός κρατουμένων ήταν 5,5 εκατομμύρια (ή το 2,8% επί του συνόλου του πληθυσμού της χώρας) για να κατανοήσει την υποκρισία των «ιστορικών» των «μαζικών διώξεων» και της «γενοκτονίας».
Ενα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι αυτό της διάρκειας των ποινών. Τη φερόμενη ως «χειρότερη» χρονιά από άποψη συλλήψεων (και αναφορικά με τους Ελληνες), το 1937, το 44,4% των καταδικασθέντων στα GULAG απελευθερώθηκε σε διάστημα λιγότερο του ενός χρόνου μετά την καταδίκη του. Το 1939, κατά τα τέλη δηλαδή της περιόδου του λεγόμενου «μεγάλου τρόμου», στο σύνολο των ποινών, μόλις το 0,1% των περιπτώσεων αφορούσαν κάθειρξη άνω των 10 ετών (το 4% αφορούσε κάθειρξη από 5 ως 10 έτη και το 95,9% μέχρι 5 έτη). Οπως είδαμε, τα στοιχεία που παρουσίασε τότε η Ελληνική Πρεσβεία της Μόσχας στο Υπουργείο των Εξωτερικών, επιβεβαιώνουν τα παραπάνω ευρήματα.[136]
Γιατί και σε ποια πλαίσια πραγματοποιείται ή μάλλον επαναλαμβάνεται αυτή η παραποίηση της ιστορίας; Η ανάδειξη του ζητήματος της «αποκατάστασης» των λεγόμενων «διωχθέντων λαών» και η παραγωγή ανάλογων μελετών εντός της ΕΣΣΔ δεν είναι άσχετη με το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο και τη χρονική συγκυρία που έλαβε σάρκα και οστά. Ο σχετικός νόμος ψηφίστηκε από το Ανώτατο Σοβιέτ της Σοβιετικής Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Ρωσίας στις 26 Απριλίου του 1991 και είχε την υπογραφή του Μπόρις Γιέλτσιν.[137] Να σημειωθεί πως η συντριπτική πλειοψηφία της σχετικής βιβλιοπαραγωγής, η οποία χρησιμοποιείται κατά κόρον ως πηγή από τους διάφορους «ποντιολόγους», σύγχρονους υποστηρικτές της θεωρίας περί «γενοκτονίας των Ποντίων της ΕΣΣΔ επί Στάλιν», προέρχεται από την περίοδο 1989-1991.
Γιατί έχει σημασία ο χρονικός προσδιορισμός της βιβλιογραφικής παραγωγής; Μα γιατί εντάσσεται στα πλαίσια της γενικότερης καλλιέργειας του εθνικιστικού μίσους ανάμεσα στις εθνότητες της ΕΣΣΔ, που προωθήθηκε σκοπίμως από τη μερίδα εκείνη της σοβιετικής ηγεσίας που επιθυμούσε τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. Τα καταστροφικά αποτελέσματα της πολιτικής αυτής είναι γνωστά, αφού η περιοχή του Καυκάσου αποτελεί ακόμα και σήμερα εστία εθνικιστικών συγκρούσεων, όπου οι λαοί στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου στα πλαίσια της εξυπηρέτησης των συμφερόντων του διεθνούς και ντόπιου ιμπεριαλισμού.
Αλλες «πηγές» που χρησιμοποιούνται αβίαστα από τους ντόπιους εργολάβους της διεθνούς εκστρατείας αναθεώρησης (ή μάλλον διαστρέβλωσης) της ιστορίας και κατασυκοφάντησης της Σοβιετικής Ενωσης, περιλαμβάνουν μια σειρά «ακαδημαϊκών» που εξειδικεύτηκαν στα ζητήματα «εθνοκαθάρσεων», με πιο χαρακτηριστικό τον Robert Conquest. Ο Robert Conquest αποτελεί έναν από τους ευρύτερα «αναπαραγόμενους» συγγραφείς στη σχετική βιβλιογραφία. Εχει γράψει βιβλία όπως «Soviet Nationalities Policy in Practice» (Σοβιετική Εθνοτική Πολιτική στην Πράξη), «The Last Empire: Nationality and the Soviet Future» (Η Τελευταία Αυτοκρατορία: Εθνικότητα και το Σοβιετικό Μέλλον), «Killer Nations» (Δολοφόνοι Εθνών), κ.ά.
Ωστόσο, άρθρο της γνωστής Βρετανικής εφημερίδας Guardian αποκάλυψε στις 27 Ιανουαρίου του 1978, ότι ο Robert Conquest εργαζόταν στην πραγματικότητα για όφελος του τμήματος παραπληροφόρησης των Βρετανικών μυστικών υπηρεσιών (IRD), με σκοπό να «συμβάλει» βιβλιογραφικά στη λεγόμενη «μαύρη ιστορία» της Σοβιετικής Ενωσης. Παρά το γεγονός αυτό (συν τις διασυνδέσεις που αποκαλύφθηκε πως διατηρούσε με φασιστικούς κύκλους και ακροδεξιές οργανώσεις στην Ουκρανία και αλλού) τα «ερευνητικά δεδομένα» του Robert Conquest συνεχίζουν να αποτελούν τη βάση για πολλές παρόμοιες μελέτες.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Εν κατακλείδι, οι υπάρχουσες μελέτες γύρω από τον Ποντιακό Ελληνισμό στην ΕΣΣΔ για την περίοδο μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξαν κατά κύριο λόγο προσανατολισμένες -ιδεολογικοπολιτικά όσο και μεθοδολογικά- στην αναπαραγωγή ενός αντικομμουνιστικού μοτίβου, το οποίο γνώρισε σημαντική ακμή μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και φαίνεται να αναβιώνει με αυξανόμενη επιθετικότητα στις μέρες μας. Στο πλαίσιο αυτό, κυριολεκτικά «πάσχισαν» να «αποδείξουν» ότι το σοβιετικό καθεστώς επέδειξε πολιτική διώξεων εναντίον των ελληνικών πληθυσμών της χώρας. Για να το πετύχουν αυτό, αφαίρεσαν σχεδόν ολοκληρωτικά το γενικότερο στοιχείο των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων που λάμβαναν χώρα στην ΕΣΣΔ εκείνη την περίοδο, το στοιχείο της έντονης ταξικής πάλης που αναπτύχθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση ως τον Εμφύλιο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση, από την κολεκτιβοποίηση ως την αυγή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Υποτίμησαν ή ακόμα και αποσιώπησαν το γεγονός πως μια μεγάλη μερίδα του Ποντιακού Ελληνισμού που φυγαδεύτηκε στις ακτές της ΕΣΣΔ όφειλε την ίδια της την επιβίωση στις σοβιετικές αρχές που ανέλαβαν την μεταφορά τους (την εξαγορά πολλών αιχμαλώτων κλπ.) και την εγκατάστασή τους σε ασφαλές περιβάλλον - την ίδια στιγμή που η Ελληνική Κυβέρνηση έστελνε στρατεύματα για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της πλουτοκρατίας της Οδησσού. Εξίσωσαν τον Ελληνα κεφαλαιοκράτη με τον Ελληνα χωρικό και εργαζόμενο λες και τα συμφέροντά τους ήταν τα ίδια, λες και «έπλεαν στην ίδια βάρκα», ισχυρισμός που αποτελεί μέγιστο ψέμα. Ταύτισαν τις απόψεις και επιθυμίες μιας ολόκληρης εθνικής μειονότητας με τις τύχες των ολίγων εχόντων και κατεχόντων που όντως ζημιώθηκαν από την αλλαγή του κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος.
Υποβάθμισαν το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων συμμετείχε ενεργά στις επαναστατικές διαδικασίες, ενώ σαν εθνική μειονότητα οι Ελληνες της ΕΣΣΔ γνώρισαν πρωτόγνωρη πολιτιστική ανάπτυξη επί σοβιετικής εξουσίας. Και αυτό, την ίδια στιγμή που οι συμπατριώτες τους που μεταφέρθηκαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα ζούσαν στην εξαθλίωση και τον κατατρεγμό, οι οποίοι, στοιβαγμένοι σε άθλιους συνοικισμούς-γκέτο, είχαν να αντιμετωπίσουν, εκτός από την κρατική αδιαφορία, τη φυσική και ψυχολογική βία των εντόπιων «εθνικώς καθαρών» που τους χαρακτήριζαν «τουρκόσπορους» και ζητούσαν τον «εξαγνισμό» των πόλεων από την παρουσία τους.[138]
Ο αντικομμουνισμός στην ιστοριογραφία αποτελεί πηγή σοβαρών κινδύνων για τους αγώνες των λαών, τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον. Η αναθεώρηση της ιστορίας και η «ανακατασκευή» της ιστορικής μνήμης μέσω της ταύτισης του κομμουνισμού με το φασισμό και την τρομοκρατία στοχεύει στη «χρεοκοπία» στη συνείδηση των εργαζομένων -καθώς και όλων των καταπιεσμένων στρωμάτων και λαών του κόσμου- της προσφοράς του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε. Μιας Σοβιετικής Ενωσης που, παρά τα λάθη και τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν, αποτέλεσε έμπνευση και οδηγό στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα εκατομμυρίων ανθρώπων απ’ άκρη σ’ άκρη της υφηλίου στον 20ό αιώνα. Ενός σοσιαλισμού που ενέπνευσε εκατομμύρια εργαζομένων στον αγώνα τους για καλύτερες συνθήκες εργασίας, κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ειρήνη. Οσο τα αιτήματα αυτά παραμένουν επίκαιρα, τόσο θα παραμένει επίκαιρη και η ανάγκη του σοσιαλισμού. Εκείνοι που τον αντιπαλεύουν το γνωρίζουν και οξύνουν την ιδεολογική επίθεση. Είναι στο χέρι της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων να μην τα καταφέρουν.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
________________________________________
Ο Αναστάσης Γκίκας είναι Δρ. Πολιτικών Επιστημών, συνεργάτης του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
[73] Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 58. Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη» και Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 314, Θεσσαλονίκη, «University Studio Press».
[74] Χειρόγραφο 2, Περιοχή Καυκάσου: Καλτσίδης Ιωάννης (1963): «Ο Ελληνισμός του Καυκάσου και οι περιπέτειές του», σελ. 218. Αρχείο ΚΜΣ.
[75] Soviet Union Information Bureau (1929): «The Soviet Union: Facts, Descriptions, Statistics». (Washington, D.C.) κεφάλαιο πρώτο.
[76] Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 222, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[77] Βλέπε Perchik L. (1932): «How the Soviet Government Solves the National Question», (Moscow), σελ. 27 και Slezkine Y. (2000): «The Soviet Union as a communal apartment, or how a socialist state promoted ethnic particularism» στο: Fitzpatrick Sc. «Stalinism: New Directions», σελ. 323, London, «Routledge». Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 424, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[78] Conquest R. (1967): «Soviet Nationalities Policy in Practice», σελ. 32-33, London, «Bodley Head Ltd».
[79] Παρατίθεται στο Slezkine Y. (2000): «The Soviet Union as a communal apartment, or how a socialist state promoted ethnic particularism» στο: Fitzpatrick Sc. «Stalinism: New Directions», σελ. 329, London, «Routledge».
[80] Webb S. & B. (1935): «Soviet Communism: A New Civilization?», σελ. 145. London, «Longmans, Green and CO., Ltd» και Simon G. (1991): «Nationalism and Policy toward the Nationalities in the Soviet Union», σελ. 46, Boulder, «Westview Press».
[81] Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 263-367, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[82] Φωτιάδης Κ. (1999): «Ο ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 120, Αθήνα, εκδόσεις «Ηρόδοτος».
[83] Καπροζήλου Α. και Καρποζήλου Μ. (1988-1989): «Ελληνοποντιακά βιβλία στην Σοβιετική Ενωση» στο: «Αρχείον του Πόντου», τόμος 42ος, σελ. 60-61, Αθήνα, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών.
[84] «Σπάρτακος», 10.6.1922, όπως παρατίθεται στο Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 368, Θεσσαλονίκη, «University Studio Press».
[85] Βλέπε Μουρατίδης Ε. (2000): «Το Ποντιακό Θέατρο», σελ. 98-99, Θεσσαλονίκη.
[86] Παρατίθεται στο Μουρατίδης Ε. (2000): «Το Ποντιακό Θέατρο», σελ. 32, Θεσσαλονίκη.
[87] Αγτζίδης Β. στο: Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 350, Θεσσαλονίκη, «University Studio Press».
[88] Αγτζίδης Β. στο: Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 351, Θεσσαλονίκη, «University Studio Press».
[89] Παυλίδη Ε. (1953): «Ο Ελληνισμός της Ρωσίας», σελ. 325-331. Αθήνα, Σωματείο εκ Ρωσίας Ελλήνων.
[90] Μουρατίδου Β. (2001): «Εκατοντάχρονη Οδύσσεια», σελ. 173, Θεσσαλονίκη.
[91] Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 228-229, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[92] Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 406-462, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[93] Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 460-462, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[94] Βασισμένο σε διάφορες μαρτυρίες, όπως παρατίθενται στο: Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 389, Θεσσαλονίκη «University Studio Press».
[95] Μυστακόπουλος Β. (2003): «Ανθρωποι, Χρόνια, Γεγονότα», σελ. 52-53, Θεσσαλονίκη.
[96] Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 411-412, Θεσσαλονίκη, «University Studio Press».
[97] Βλέπε Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 464-467, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη» και Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 409, Θεσσαλονίκη, «University Studio Press».
[98] Martin T. (2000): «Modernization or Neotraditionalism?» στο: Fitzpatrick Sc. «Stalinism: New Directions», σελ. 357, London, «Routledge».
[99] Conquest R. (1967): «Soviet Nationalities Policy in Practice» σελ. 95, London, «Bodley Head Ltd». Η προδοτική στάση των Ουκρανών εθνικιστών είχε επαναληφθεί και στα πρώτα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Οπως αναφέρει το Γενικό Επιτελείο Στρατού: «το μίσος των φανατικών οπαδών της Ουκρανικής ανεξαρτησίας κατά των Μπολσεβίκων ήτο τοσούτον, ώστε επροτίμησαν να εξαγοράσωσι την ανεξαρτησίαν των ταύτην, παρέχοντες οιονδήποτε τίμημα προς τους Γερμανούς». Γενικό Επιτελείο Στρατού (1955): «Το Ελληνικό Εκστρατευτικόν Σώμα εις την Μεσημβρινήν Ρωσίαν», σελ. 20, Αθήνα, Δ.Ι.Σ.
[100] Πογκόσοβα Γ. (2002): «Οι Ελληνες στο σύστημα των εθνικών σχέσεων της ΕΣΣΔ», σελ. 122, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[101] Τανιμανίδης Π. Γ. (1994): «Ποντιακοί Οικισμοί στην πρώην Σοβιετική Ενωση» σελ. 79, Θεσσαλονίκη, Σωματείο «Παναγία Σουμελά». Για το περιεχόμενο της οδηγίας βλέπε και Martin T. (2001): «The affirmative action empire», σελ. 337. London, «Cornel University Press».
[102] Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ.523, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη»).
[103] Πρόκειται για το άρθρο του Βραδέλη Στ. (2005): «Οι διωγμοί των Ελλήνων επί Στάλιν», στον «Ταχυδρόμο», σελ. 38-45, 18.6.2005.
[104] Μερικά μόνο από τα έργα αυτά: Beck F. και Godin W. (1951): «Russian Purge and the Extraction of Confession» (NY and London), Conquest R. (1970): «The Nation Killers» (NY), και ένα πιο πρόσφατο: Pohl J. O. (1999): «Ethnic Cleansing in the USSR, 1937-1949», Westport, «Greenwood Press».
[105] Conquest R. (1967): «Soviet Nationalities Policy in Practice», London, «Bodley Head Ltd», σελ. 102-108 και Pohl J. O. (1999): «Ethnic Cleansing in the USSR, 1937-1949», Westport, «Greenwood Press», σελ. 139. Βλέπε επίσης Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 333, Θεσσαλονίκη, «University Studio Press».
[106] Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 470, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[107] Παρατίθεται στο: Martin T. (2001): «The Affirmative Empire: Nations and Nationalism in the Soviet Union, 1923-1939», σελ. 333, London, «Cornell University Press».
[108] Martin T. (2001): «The Affirmative Empire: Nations and Nationalism in the Soviet Union, 1923-1939», σελ. 335, London, «Cornell University Press».
[109] Μουρατίδου Β. (2001): «Εκατοντάχρονη Οδύσσεια», σελ. 208, Θεσσαλονίκη. Για το 1941-1942 βλέπε επίσης Τανιμανίδης Π. Γ. (1994): «Ποντιακοί Οικισμοί στην πρώην Σοβιετική Ενωση», σελ. 52, Θεσσαλονίκη, Σωματείο «Παναγία Σουμελά».
[110] Martin T. (2001): «The Affirmative Empire: Nation and Natiolalism in the Soviet Union, 1923-1939», σελ. 328-329, London, «Cornell University Press».
[111] Ζαπάντης Α. (1989): «Ελληνο-Σοβιετικές Σχέσεις, 1917-1941», σελ. 340, Αθήνα, εκδόσεις «Εστία».
[112] Βραδέλη Στ. (2005): «Οι διωγμοί των Ελλήνων επί Στάλιν», στον «Ταχυδρόμο», σελ. 40, 18.6.2005.
[113] Beck F. και Godin W. (1951): «Russian Purge and the Extraction of Confession», σελ. 140. (NY and London).
[114] Παυλίδη Ε. (1953): «Ο Ελληνισμός της Ρωσίας», σελ. 400 και 407, Αθήνα, Σωματείο εκ Ρωσίας Ελλήνων.
[115]Τανιμανίδης Π. Γ. (1994): «Ποντιακοί Οικισμοί στην πρώην Σοβιετική Ενωση», σελ. 25, Θεσσαλονίκη, Σωματείο «Παναγία Σουμελά».
[116] Ioannidi, όπως παρατίθεται στο Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 418-419, Θεσσαλονίκη, «University Studio Press».
[117] «Περί χορηγήσεως αδείας καθόδου εν Ελλάδι υπηκόων Ελλήνων διαμενόντων εν Ρωσία», Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Φάκελος 45.5.
[118] Βραδέλη Στ. (2005): «Οι διωγμοί των Ελλήνων επί Στάλιν», στον Ταχυδρόμο, σελ. 44, 18.6.2005.
[119] Μουρατίδου Β. (2001): «Εκατοντάχρονη Οδύσσεια», σελ. 173, Θεσσαλονίκη.
[120] Μουρατίδου Β. (2001): «Εκατοντάχρονη Οδύσσεια», σελ. 209 και 214, Θεσσαλονίκη.
[121] Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 480, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[122] Βραδέλη Στ. (2005): «Οι διωγμοί των Ελλήνων επί Στάλιν», στον Ταχυδρόμο, σελ. 45, 18.6.2005. (Η έμφαση δική μας).
[123] Βλέπε Μουρατίδου Β. (2001): «Εκατοντάχρονη Οδυσσεια», σελ. 210 και Μυστακόπουλος Β. (2003): «Ανθρωποι, Χρόνια, Γεγονότα», σελ. 59, Θεσσαλονίκη.
[124] Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Φάκελος 43 (1940).
[125] Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 518, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[126] Pohl J. O. (1999): «Ethnic Cleansing in the USSR, 1937-1949», σελ. 123, Westport, «Greenwood Press».
[127] Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 570, Θεσσαλονίκη, «University Studio Press».
[128] Βλέπε για παράδειγμα Πογκόσοβα Γ. (2002): «Οι Ελληνες στο σύστημα των εθνικών σχέσεων της ΕΣΣΔ», σελ. 135, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[129] Βλέπε διάγραμμα που παραθέτει ο ίδιος ο Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 502, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[130] Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά», σελ. 499-501, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[131] Κεσσίδης Θ. Χ. (1996): «Η ιστορική πορεία των Ελληνοποντίων», σελ. 47-48, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοί Κυριακίδη».
[132] Getty J. A, Rittersporn G.T., Zemskov V. N. (1993): «Victims of the Soviet Penal System in the pre-war Years: A First Approach on the Basis of Archival Evidence» στο: «American Historical Review», τόμος 98, σελ. 1028-1029 και 1043, τεύχος 4 Οκτωβρίου. Βλέπε επίσης Fitzpatrick S. (2000).
[133] Παρατίθενται στο: Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης», σελ. 425, Θεσσαλονίκη, «University Studio Press».
[134] Μουρατίδου Β. (2001): «Εκατοντάχρονη Οδύσσεια», σελ. 86, Θεσσαλονίκη. Η μαρτυρία αυτή παρατίθεται ως πηγή και από άλλους, όπως ο Αγτζίδης Β. (2001): «Παρευξείνιος Διασπορά» και ο Χασιώτης Ι. Κ. (1997): «Οι Ελληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ενωσης». Να σημειωθεί πως η ηλικία της Β. Μουρατίδου κατά την περίοδο των συμβάντων ήταν 15-16 ετών.
[135] Τανιμανίδης Π. Γ. (1994): «Ποντιακοί Οικισμοί στην πρώην Σοβιετική Ενωση», σελ. 26, Θεσσαλονίκη, Σωματείο «Παναγία Σουμελά». Ο ίδιος υπολογίζει τους εξόριστους ελληνοπόντιους σε 350.000, (δηλαδή όλους) και τους θανάτους ως αποτέλεσμα της «σταλινικής γενοκτονίας» σε 50.000. Οπως πριν, «Ποντιακοί Οικισμοί στην πρώην Σοβιετική Ενωση», σελ. 58, Θεσσαλονίκη, Σωματείων «Παναγία Σουμελά».
[136] Getty J. A., Rittersporn G.T., Zemskov V. N. (1993): «Victims of the Soviet Penal System in the pre-war Years: A First Approach on the Basis of Archival Evidence» στο: «American Historical Review», τόμος 98, τεύχος 4 Οκτωβρίου.
[137] Βλέπε Κεσσίδης Θ. Χ. (1996): «Η ιστορική πορεία των Εκλληνοποντίων: Το εθνικό ζήτημα και το μέλλον των μικρών εθνών στην πρώην Σοβιετική Ενωση», σελ. 110-111, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις «Αφοι Κυριακίδη».
[138] «Καθημερινή», 16.7.1928 και 19.7.1928.

Καρλ Μαρξ

«Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρόκειται να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδανικό προς το οποίο πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων».