Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

8 Μάρτη - Ιστορικά στοιχεία

Η πρώτη γυναικεία απεργία έγινε στην Αγγλική πόλη Ουόρτσεστερ το 1804 από τις εργάτριες που κατασκεύαζαν γάντια. Το 1831 τις ακολούθησαν οι Γαλλίδες καπελούδες. 
Στις ΗΠΑ, η πρώτη αποκλειστικά γυναικεία απεργία έγινε το 1820 στο New England, στις βιοτεχνίες ενδυμάτων, με αιτήματα για καλύτερες συνθήκες δουλειάς, αξιοπρεπείς μισθούς και μικρότερα ωράρια. Η δε απεργία των υφαντριών στο Ντόβερ, το 1828, είχε επιτυχία 100% (και μια εφημερίδα κάλεσε την κυβέρνηση να ενεργοποιήσει την πολιτοφυλακή, για να προλάβει την επιβολή… γυναικοκρατίας!). Το 1834 και το 1836 ακολούθησαν δύο ακόμη μεγάλες απεργίες από τις βαμβακεργάτριες της βιομηχανίας Lowell στη Μασαχουσέτη. Ειδικά το 1836, η απεργία κατατρόμαξε
τις αρχές (που νόμιζαν ότι επρόκειτο για λαϊκή επανάσταση!).
Το 1844, οι εργάτριες της συγκεκριμένης βαμβακοβιομηχανίας ίδρυσαν το πρώτο γυναικείο εργατικό σωματείο. Η έντονη δραστηριότητά του είχε σαν αποτέλεσμα τις πρώτες μεταρρυθμίσεις στις συνθήκες εργασίας στην κλωστοϋφαντουργία. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο δημιουργήθηκαν σωματεία στους κλάδους των καπνεργατριών, των ραφτρών, των τυπογράφων, των μοδιστρών και των εργαζόμενων σε πλυντήρια. 
Το 1900 οι εργαζόμενες στις βιομηχανίες ενδυμάτων συγκρότησαν μερικά από τα πιο σημαντικά σωματεία στην ιστορία των ΗΠΑ. Οι συνθήκες εργασίας στα κέντρα του εμπορίου ενδυμάτων στις μεγάλες πόλεις, όπως η Ν. Υόρκη, ήταν εκείνη την εποχή σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Υπήρχαν συχνά πυρκαγιές, το φως ήταν ανεπαρκές, ο ήχος των μηχανημάτων εκκωφαντικός και το περιβάλλον μολυσμένο. Οι γυναίκες δέχονταν πρόστιμα για οτιδήποτε βάζει ο νους. Επειδή μιλούσαν, επειδή γελούσαν ή τραγουδούσαν, για τους λεκέδες από τα λάδια των μηχανών πάνω στα υφάσματα, για τις ραφές που ήταν πολύ στενές ή πολύ χαλαρές. Οι υπερωρίες ήταν συχνές, αλλά η πληρωμή γι’ αυτές όχι. 
Στις 8 Μαρτίου 1857, οι εργαζόμενες στις βιοτεχνίες ενδυμάτων της Ν. Υόρκης διοργάνωσαν πορείες με πικετοφορία, απαιτώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας, ωράριο 10 ωρών και ισότιμα δικαιώματα για τις γυναίκες. Το συγκεντρωμένο πλήθος δέχτηκε επίθεση από την αστυνομία.
Το Φλεβάρη του 1910 έγινε μια μεγάλη και μακροχρόνια απεργιακή κινητοποίηση, στην οποία πήραν μέρος πάνω από 20000 εργάτριες.  Για 13 βδομάδες, μέσα στο καταχείμωνο, γυναίκες μεταξύ 16 και 25 ετών διοργάνωσαν και συμμετείχαν σε πικετοφορίες σε καθημερινή βάση. Σε αυτές δέχονταν την επίθεση των αστυνομικών οι οποίοι τις ξυλοκοπούσαν και τις φόρτωναν σε κλούβες. Τα δικαστήρια ήταν προκατειλημμένα υπέρ των ιδιοκτητών. Ένας δικαστής δοκίμασε να αναμείξει τη θρησκεία, που έχει αποδειχθεί ένα από τα πάγια και πιο αποτελεσματικά όπλα κάθε εκμεταλλευτικού συστήματος: «Απεργείτε εναντίον του θεού και της φύσης, της οποίας ο πρώτος νόμος λέει ότι ο άνθρωπος κερδίζει το ψωμί του με τον ιδρώτα και τον κόπο του. Απεργείτε εναντίον του θεού!»… Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Μπέρναρντ Σο σχολιάζει: «Θαυμάσια! Η μεσαιωνική Αμερική βρίσκεται πάντα σε στενές προσωπικές σχέσεις με τον παντοδύναμο!» Ωστόσο, η απεργία δεν διαλύθηκε παρά μόνο όταν έγιναν συμβιβασμοί στις περισσότερες επιχειρήσεις. Ο ενθουσιασμός και το πείσμα των γυναικών υπήρξαν πρωτοφανείς.
Ένα χρόνο αργότερα, στις 25 Μαρτίου του 1911, ξέσπασε η περίφημη φωτιά του Τριγώνου. Παγιδεύοντας γυναίκες στους ψηλότερους ορόφους μιας μεγάλης βιομηχανίας (οι έξοδοι κινδύνου είχαν σφραγιστεί από την εξωτερική πλευρά για να εμποδίζουν τους εργάτες να το σκάνε), η πυρκαγιά κόστισε τη ζωή 146 ανθρώπων. Ανάμεσά τους πολλές ήταν οι γυναίκες, ηλικίας μεταξύ 13 και 25 ετών, οι οποίες πρόσφατα είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ.
Το Μάρτιο του 1912 έγινε μια μεγαλειώδης πορεία στη Ν. Υόρκη. 23000 γυναίκες, εργάτριες στις κλωστοϋφαντουργίες της Ν. Υόρκης διαδήλωσαν και πάλι, απαιτώντας 10ωρη βάρδια, καλύτερες συνθήκες εργασίας, ίσο μισθό με τους άντρες, την κατάργηση της παιδικής εργασίας και το δικαίωμα ψήφου. Το σύνθημά τους ήταν «Ψωμί και Τριαντάφυλλα»
Αλλά το 1910, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Δεύτερης Διεθνούς Συνδιάσκεψης Σοσιαλιστριών γυναικών (Κοπεγχάγη), η επαναστάτρια και αγωνίστρια του παγκόσμιου εργατικού κινήματος Κλάρα Τσέτκιν είχε ήδη προτείνει να καθιερωθεί η 8η Μάρτη ως Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας, ώστε να τιμηθούν οι δυο προηγούμενες ιστορικές διαδηλώσεις των ΗΠΑ. Να αφιερωθεί στις εργαζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου και στον αγώνα για το δικαίωμα ψήφου που, ακόμη, δεν είχε καταχτηθεί.
Ακολούθησαν πολλές διαδηλώσεις γυναικών στις 8 του Μάρτη (στη Γερμανία και τη Γαλλία το 1914, στην προεπαναστατική Ρωσία το 1917), διεκδικητικές και τιμητικές ταυτόχρονα.
Το 1977 ο ΟΗΕ καλεί κάθε χώρα να αφιερώνει αυτή την ημέρα στα δικαιώματα των γυναικών.


Το γυναικείο κίνημα στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, η πρώτη απεργία εργατριών έγινε στις 13 Απριλίου του 1892, από τις υφάντριες του δεύτερου εργοστασίου υφαντουργίας των Αδελφών Ρετσίνα, στον Πειραιά. Εκείνη τη χρονιά, η συγκεκριμένη υφαντουργία αποφασίζει να μειώσει την αμοιβή που κατέβαλλε στις εργάτριες, από 80 σε 65 λεπτά το τόπι υφάσματος (μείωση στο μεροκάματο κατά 20%).
Είναι η χρονιά που οι Αδελφοί Ρετσίνα, εκ Πελοποννήσου καταγόμενοι, αποκτούν και το πέμπτο εργοστάσιό τους, απασχολούν δε συνολικά 2000 εργάτες κι εργάτριες. Παράγουν βαμβακερά υφάσματα, γνωστά και ως ‘ρετσίνες’. Αξίζει να σημειωθεί ότι η υφαντουργία τους ήταν εκείνη την εποχή η σημαντικότερη των Βαλκανίων. Επιπλέον, ο Θεόδωρος Ρετσίνας ήταν τότε δήμαρχος Πειραιά, ενώ ένας αδελφός του θα εκλεγεί βουλευτής Αττικής στις εκλογές της 3ης του Μάη.
Με την κοινοποίηση της απόφασης, 60 (ή και περισσότερες) εργάτριες αρνούνται να δουλέψουν και, διασχίζοντας σε πορεία τους δρόμους του Πειραιά, πηγαίνουν στη διεύθυνση του εργοστασίου να διαμαρτυρηθούν.
Αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύεται, οι εργαζόμενες γυναίκες στη χώρα μας πάλευαν από πολύ νωρίς ενάντια στους εργοδότες, όχι απλά συμπληρωματικά στο πλευρό των εργατών, αλλά και αυτόνομα. Σε μια εποχή που η γυναίκα θεωρούνταν ετερόφωτη ακόμα προσωπικότητα και πάντα εξαρτημένη από έναν άντρα, χωρίς δική της άποψη και θέληση, άρα αυτονόητα υποταγμένη και στον άντρα και στον εργοδότη, οι πρώτες εκείνες προσπάθειες αντίστασης αποδεικνύουν τη δυναμική της εργαζόμενης, ανατρέποντας τα ως τότε δεδομένα. 
Σχετικά με το γεγονός, ο τύπος τότε τήρησε σιωπή. Η Τρικουπική «Εφημερίς» του Κορομηλά μόλις που αναφέρει την απεργία στις «μικρές ειδήσεις», υποβαθμίζοντας και στηλιτεύοντάς τη. Αν λάβουμε υπόψη ότι γύρω στο 1900, το δεύτερο εργοστάσιο των Αδελφών Ρετσίνα (εκτός από 50 εργάτες και 10 υπαλλήλους) απασχολούσε 200 εργάτριες, το ποσοστό που απέργησε υπολογίζεται περίπου στο 30%. Δε συνέφερε να γίνουν παραδείγματα προς μίμηση. Αντίθετα, έπρεπε να διατηρηθεί το «διαίρει και βασίλευε» ανάμεσα στις γυναίκες (που πληρώνονταν λιγότερα) και στους άντρες εργάτες. Με ανύπαρκτη ακόμα την εργατική νομοθεσία και, στα πλαίσια του ελεύθερου ανταγωνισμού, οι εργάτες δούλευαν εξαντλητικά. Σε ισχύ βρισκόταν η ατομική συμφωνία μεταξύ εργάτη και εργοδότη που μόνος του καθόριζε τον χρόνο δουλειάς, την πρόσληψη και απόλυση των εργατών, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης. Ωστόσο, η «Εφημερίς των Κυριών» της Καλλιρόης Παρέν (που εκδίδεται από το 1887), υπερασπίζεται τις γυναίκες απεργούς: «Φρονούμεν ότι έδει να αυξηθή το ημερομίσθιον των πτωχών εργατίδων, αίτινες δι’ όλης της ημέρας εργαζόμεναι, μόλις πορίζονται τον επιούσιον άρτον, πλουτίζουσαι ολονέν δια του ιδρώτος αυτών τα βαλάντια των εργοστασιαρχών».
Στη συνέχεια, οι γυναίκες της εργατικής τάξης έλαβαν μέρος σε πολλές κινητοποιήσεις, δίνοντας και θύματα στον αγώνα για την κατάκτηση των εργασιακών τους δικαιωμάτων που ήταν το πρώτο ουσιαστικό βήμα για τη χειραφέτηση και την ισοτιμία τους.
Από το 1924 αρχίζουν οι αγώνες των καπνεργατών. Οι συνθήκες εργασίας είναι άσχημες, τα μεροκάματα μικρά, η εφεύρεση των μηχανών και η εφαρμογή τους φέρνουν ανεργία. Τη χρονιά εκείνη (1924) σκοτώνεται η καπνεργάτρια Μαρία Χουσιάδου, στην απεργία της Καβάλας. Αλλά το 1926, οι καπνεργάτες πραγματικά αναστατώνονται. Αρχίζουν οι κινητοποιήσεις. Κατεβαίνουν σε συλλαλητήρια. 
Στην απεργία του εργοστασίου «Παπαστράτος» στο Αγρίνιο, η Βασιλική Γεωργαντζέλη (Μικρασιάτισσα που είχε εγκατασταθεί εκεί από το 1923) συμμετέχει στην ομάδα των εργατών που φρουρούν την απεργία και τις συγκεντρώσεις των απεργών. 
Στις 8 Αυγούστου 1926 οι γυναίκες συμπορεύονται με τους άντρες. Ανάμεσά τους και η Βασιλική. Είναι νέα, 28 με 30 χρονών. Έχει ήδη δύο παιδιά (τον Γεράσιμο, 9 ετών και την Παρασκευή ή Βούλα, 5) και είναι έγκυος 6 μηνών. Αγωνίζεται για να εξασφαλίσει ένα πιο αισιόδοξο μέλλον στα παιδιά της. Παλεύει για καλύτερο μεροκάματο και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Η πορεία συναντά  την αντίσταση των αστυνομικών κάπου στις βενζίνες του Πολυχρόνη, κοντά στο πάρκο. Εκτελούν διαταγή. Οι σφαίρες πέφτουν βροχή, βαρούν στο ψαχνό. Στην τύχη, ίσως, σημαδεύουν τη μητέρα με το έμβρυο στην κοιλιά. Την ίδια μέρα σκοτώθηκε κι ο Θεμιστοκλής Καραμιχάλης. Η κηδεία των θυμάτων πήρε τη μορφή συλλαλητηρίου όπου συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Τελικά, πολλά από τα αιτήματα των καπνεργατών βρήκαν τη λύση τους (600 δρχ ενίσχυση στους ανέργους, αύξηση του μεροκάματου κατά 25 δρχ, καθιέρωση του Ταμείου Ασφάλισης Καπνεργατών).
Το 1927 σκοτώνεται η καπνεργάτρια Κωνσταντέλλη, επίσης από το Αγρίνιο. Αλλά και η Αναστασία Καρανικόλα, στις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης (9 του Μάη 1936).

Η παιδική εργασία
Ο 19ος αιώνας συνδέεται στενά και άμεσα με την παιδική εργασία, αγοριών και κοριτσιών, αδιάκριτα. Σε Ευρώπη και Αμερική, οι ανήλικοι που απασχολούνταν σε εργοστάσια, ορυχεία, αλλά και κάθε δουλειά που μπορούσε να βγάλει σε πέρας η ιδιομορφία της μικρής ακόμα ανάπτυξης τους, (η οποία συχνά ήταν προτέρημα!) δεν διαχωρίζονταν από τους ενήλικους «συναδέλφους» τους, παρά μόνο στο μεροκάματο. Η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία έδωσε, ωστόσο, στην έννοια της παιδικής εργασίας μια εντελώς καινούργια διάσταση. Η Μαρξιστική αντίληψη για την εκμετάλλευση αποκάλυψε το μέγεθος του εγκλήματος που συντελούνταν σε βάρος των παιδιών των εργατών, από τη νηπιακή κιόλας ηλικία.

Παιδιά από 4 ετών δούλευαν στα εργοστάσια, κάτω από πολύ άσχημες συνθήκες, αναγκαστικά, αφού πολλές φορές ήταν ορφανά.
Για τις συνθήκες και τον τρόπο συμπεριφοράς απέναντι στα παιδιά, ο Τζον Άλετ δηλώνει χαρακτηριστικά στον Μάικλ Σάντλερ πως «θα προτιμούσε να βλέπει τα παιδιά να πεθαίνουν απ’ την πείνα, παρά να τους συμπεριφέρονται με τον συγκεκριμένο τρόπο. Ο Τσαρλς Αμπερντίν δηλώνει πως η αύξηση της εργασίας μειώνει κατά 1/10 τη ζωή των παιδιών και πως το όριο ζωής τους δεν ξεπερνά τα 40 χρόνια. 
Ο Στέφεν Μπίνις αναφέρει πως στα υφαντουργεία η θερμοκρασία του αέρα έφτανε τους 80ο C, του νερού 110-120ο C και τα παιδιά υπέφεραν, καθώς έβρεχαν συνέχεια τα χέρια τους με το καυτό νερό. Τα παράθυρα έμεναν κλειστά και κινδύνευαν να πεθάνουν από την αλλαγή της θερμοκρασίας, όταν έβγαιναν στο κρύο. Κοιμόντουσαν 3 σε 1 κρεβάτι, παρόλο που τους υπόσχονταν καλύτερη ζωή.
Ο Τζον Μπίρλεϊ θυμάται τη μέρα που τον πήραν να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο, γυναίκες να κλαίνε και μια να φωνάζει ότι θα ξέφευγε απ’ τη θέση του. Ένα άλλο παιδί, ο Ρόμπερτ Μπλίνικ απέκτησε σοβαρό πρόβλημα στο γόνατο, ζώντας την όμορφη ζωή που του υποσχέθηκαν.
Τα παιδιά έκαναν συνήθως δουλειά σε κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες. Εκεί, η δουλειά που έκαναν τα μικρότερα, 6-7 χρονών, ήταν αυτή των «σκουπιδιάρηδων». Αυτό που έπρεπε να κάνουν ήταν να μαζεύουν το μαλλί που είχε πέσει στο πάτωμα του εργοστασίου. Περιλάμβανε όμως και το σύρσιμο κάτω από τις μηχανές που δούλευαν, με πολύ συχνά τα ατυχήματα. Φυσικά, απαγορευόταν να κάτσουν τα παιδιά κάτω ή να ξεκουραστούν. Μια άλλη σημαντική δυσκολία ήταν ο τρόμος που ένιωθαν τα παιδιά, ακούγοντας και μόνο το μηχάνημα πάνω από τα κεφάλια τους, η σκόνη που υπήρχε μέσα στα εργοστάσια και τα έπνιγε και ένας δυνατός πόνος στη μέση από τη σκυφτή στάση που έπρεπε να έχουν διαρκώς. Πάντα όμως ακουγόταν και η αντίθετη άποψη των εργοστασιαρχών. Σύμφωνα με αυτούς, η δουλειά που είχαν να κάνουν τα μικρά παιδιά ήταν πανεύκολη, αφού απλά περπατούν και, όποτε θέλουν, μπορούν να καθίσουν!…
Σε όλες αυτές τις ώρες δουλειάς, δεν υπήρχε καμιά ευκαιρία ξεκούρασης. Όποιος τολμούσε να καθίσει, το πλήρωνε στην κυριολεξία με αίμα. Ο Στέφεν Μπίνις, ο οποίος έγινε επιτηρητής, δηλώνει ότι τα παιδιά, για να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, τρώνε συνέχεια ξύλο και πως, κάθε φορά που υπάρχει κάποιο αντικείμενο στο οποίο μπορούν να ξεκουραστούν, διατάζει να εξαφανιστεί. Ο Τζον Μπίρλεϊ θυμάται μια φορά που ο γιος ενός τεχνίτη τον χτυπούσε μέχρι που τρόμαξε. Ο λόγος της τρομάρας του νταή νεαρού ήταν ότι ο Τζον λιποθύμησε από τον πόνο και ο δράστης νόμιζε πως τον είχε σκοτώσει. Υπήρχαν όμως κι επιτηρητές που λυπούνταν τα παιδιά. Ο Ρόμπερτ Μπλίνκε αναφέρει πως υπήρχε κάποιος που δεν άντεχε τις φωνές των παιδιών και το αίμα που έσταζε από το ξύλινο ταβάνι και έκανε παρατηρήσεις στους επιτηρητές. Όταν όμως η βάρδια του τελείωνε, οι υπόλοιποι τσάκιζαν τα παιδιά…
Οι τιμωρίες που δέχονταν τα παιδιά, ακόμα και γι’ ασήμαντες αφορμές, ήταν πάρα πολύ σκληρές και, συνήθως,  επιβάλλονταν από τους επιτηρητές. Τα παιδιά τους φοβούνταν και τους μισούσαν γι’ αυτά που έκαναν. Οι τιμωρίες μπορεί να ήταν μαστίγωμα ή άγριο γρονθοκόπημα, αρκετές φορές μέχρι θανάτου! Οι προφάσεις που έβρισκαν για να τιμωρήσουν ήταν η παραμικρή καθυστέρηση των παιδιών στη δουλειά ή και η «ανικανότητά» τους να επιτελέσουν κάποια εργασία, ανεξάρτητα από το βαθμό δυσκολίας της. Ακόμη, αν υπήρχε η οποιαδήποτε υποψία ότι κάποιος εργάτης, μεγάλα κορίτσια κυρίως (17-18 χρονών), μπορεί να το έσκαγε, έδεναν στα πόδια του σίδερα με τα οποία έπρεπε να κυκλοφορεί συνέχεια. Αυτά τα σίδερα δένονταν γύρω από τους αστραγάλους και τους γοφούς και συνδέονταν μεταξύ τους. Έτσι, τα κορίτσια έπρεπε να φορούν λιγότερα ρούχα, ακόμη και το βαρύ χειμώνα. Φυσικά, και σε αυτή την περίπτωση, υπήρχαν κάποιοι που υποστήριζαν ότι αυτά ήταν οι εξαιρέσεις και όχι ο κανόνας.
Τα ατυχήματα ήταν επίσης πάρα πολλά. Προς το τέλος της μέρας, τα παιδιά ήταν κουρασμένα και πολύ λιγότερο προσεκτικά. Ο Τζον Άλετ ήταν αυτόπτης μάρτυς ενός ατυχήματος: ένα νυσταγμένο παιδί ετοίμαζε το μαλλί για τη μηχανή παραγωγής υφάσματος. Ένα λουρί όμως τον τράβηξε και τον έσυρε στη μηχανή. Το παιδί διαμελίστηκε.
Ένα κορίτσι με το όνομα Μέρι Ρίτσαρντς, πάρα πολύ όμορφο, έφυγε από το φτωχοκομείο σε ηλικία 10 ετών για να δουλέψει σε εργοστάσιο. Το ατύχημα έγινε ένα απόγευμα, όταν η ποδιά της πιάστηκε στο κοντάρι της μηχανής. Σε μια στιγμή, το κορίτσι σύρθηκε με ακαταμάχητη δύναμη και βρόντηξε στο πάτωμα. Όλοι άκουσαν τις κραυγές της. Ο Μπλίνκε έτρεξε προς το μέρος της, κατατρομαγμένος από τη σκηνή, ανίκανος ωστόσο να κάνει το παραμικρό. Την είδε να στροβιλίζεται μαζί με το κοντάρι. Άκουγε τα κόκαλά της να σπάνε καθώς το μηχάνημα, στροβιλίζοντάς την, την τράβαγε μέσα όλο και πιο βίαια. Το αίμα της σκορπιζόταν πάνω στα τελάρα, έρεε στο πάτωμα. Το κεφάλι της έγινε χίλια κομμάτια. Τέλος, το κατακρεουργημένο σώμα της συνθλίφτηκε τόσο γρήγορα ανάμεσα στο κοντάρι και το πάτωμα, που το νερό χαμήλωσε και οι τροχοί σταμάτησαν. Τότε σταμάτησε και το κεντρικό κοντάρι. Όταν το σώμα της απαγκιστρώθηκε, κανένα κόκαλό της δε βρέθηκε στη θέση του.
Η ζωή στα εργοστάσια ήταν πολύ δύσκολη για τα παιδιά. Σκληρή δουλειά, κακή τροφή, τιμωρίες, ατυχήματα, αναπηρίες, αρρώστιες, θάνατος. Ο Σάμουελ Φίλντεν που, σε ηλικία 8 χρονών, δούλευε σε εργοστάσιο βαμβακιού έγραψε στην αυτοβιογραφία του: «αν ο διάβολος είχε ένα συγκεκριμένο εχθρό, κι ήθελε να τον βασανίσει ανελέητα, το καλύτερο που μπορούσε να κάνει είναι να πάρει την ψυχή του και να τη βάλει μέσα σε ένα εργαζόμενο παιδί στα εργοστάσια. Και να τον κρατήσει εκεί μέχρι το τέλος του!»     

Καρλ Μαρξ

«Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρόκειται να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδανικό προς το οποίο πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων».