Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

ΟΙ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ

Αντιθέσεις και διαφωνίες μακριά από τα λαϊκά συμφέροντα
Οι εξελίξεις με τη διαπραγμάτευση και η περαιτέρω προσαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στις δεσμεύσεις του υπάρχοντος δημοσιονομικού και νομισματικού πλαισίου της ΕΕ και της Ευρωζώνης, υποδαυλίζουν διεργασίες στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ σε δύο, κατά κύριο λόγο, κατευθύνσεις: Στην κατεύθυνση αντίστοιχης προσαρμογής και της πλειοψηφίας του κόμματος ώστε από καλύτερες θέσεις να βάλει πλάτη στην υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής, εξωραΐζοντάς την στο λαό και επιχειρώντας τη χειραγώγηση και ενσωμάτωσή του. Αλλά και στην κατεύθυνση ενίσχυσης των δυνάμεων που θα επιχειρήσουν από τα «αριστερά», είτε εντός είτε εκτός ΣΥΡΙΖΑ, να συγκρατήσουν φυγόκεντρες δυνάμεις που θα δυναμώνουν όσο περισσότερο αποκαλύπτονται οι κυβερνητικές προθέσεις.
Βεβαίως, οι διεργασίες αξιοποιούνται για τον εγκλωβισμό εργατικών - λαϊκών δυνάμεων, απηχούν
όμως αντιτιθέμενες αστικές θέσεις σε σχέση με το σε ποιο βαθμό η κυβερνητική πολιτική θα πρέπει να προσαρμοστεί ή όχι όσον αφορά το διακηρυγμένο στόχο του ΣΥΡΙΖΑ για αλλαγή μείγματος διαχείρισης της ανάκαμψης του κεφαλαίου εντός ΕΕ και Ευρωζώνης.
Μετά την αντιλαϊκή συμφωνία επέκτασης της δανειακής σύμβασης και του μνημονίου που υπέγραψε η κυβέρνηση στις 20 του Φλεβάρη, στις 28 Φλεβάρη, συνεδρίασε η ΚΠΕ του ΣΥΡΙΖΑ, όπου καταγράφτηκε μια πρώτη αναδιάταξη δυνάμεων στο εσωκομματικό πεδίο, με την πρωτοβουλία κινήσεων να ανήκει στην πλειοψηφία. Ο Αλ. Τσίπρας ουσιαστικά προανήγγειλε το είδος του κόμματος που χρειάζεται η κυβέρνηση, λέγοντας: «Το κόμμα (...) θα σταθεί φυσικά κοντά στην κυβέρνηση, θα τη στηρίξει στις προσπάθειές της μαχητικά, αλλά πάντα κριτικά...».
Στο πλαίσιο αυτό εκλέχτηκαν νέα 11μελής Πολιτική Γραμματεία με εν πολλοίς «άφθαρτα» πρόσωπα και νέος γραμματέας ο Τ. Κορωνάκης. Το ενδιαφέρον αυτής της συνεδρίασης έγκειται στις απώλειες που κατέγραψε η προεδρική πλειοψηφία και στην ενίσχυση της εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Γεγονός που αποτυπώθηκε τόσο κατά την εκλογή του νέου Γραμματέα όσο και στην ψηφοφορία για την τροπολογία - διαφωνία για τη συμφωνία της 20ής Φλεβάρη που κατέθεσε η «Αριστερή Πλατφόρμα».
Το μήνα που ακολούθησε εντάθηκαν οι διαδικασίες συγκρότησης μιας νέας κίνησης της πλειοψηφίας με τη συμμετοχή ενός τμήματος της σημερινής Αριστερής Ενότητας (ΑΡΕΝ) που ονομάζονταν ανεπίσημα ως «δεξιά» ΑΡΕΝ μαζί με στελέχη της λεγόμενης «Πλατφόρμας 2010» (Παπαδημούλης, Δούρου, Πουλάκης κ.ά.). Ενώ από την άλλη αντίστοιχες διαδικασίες επιταχύνθηκαν και στο υπόλοιπο κομμάτι της πλειοψηφίας που συσπειρώνεται γύρω από τη λεγόμενη «Κίνηση των 53».

«Νέες συμμαχίες»
Ο μέχρι πρότινος υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, Γ. Μηλιός, αφότου απομακρύνθηκε από κάθε στελεχική θέση που διατηρούσε, κλιμάκωσε τις επικριτικές του για τις κυβερνητικές επιλογές παρεμβάσεις, ενώ καταγράφεται προσέγγισή του με ένα τμήμα της «Αριστερής Πλατφόρμας», το οποίο φέρεται δυσαρεστημένο απ' τη στάση του επικεφαλής της και υπουργού πλέον Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Π. Λαφαζάνη.
Η πρώτη του επικριτική τοποθέτηση έγινε μέσω του editorial του περιοδικού «Θέσεις» που εκδίδει από τη δεκαετία του '80. Το κείμενο φέρει τον τίτλο «Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα» και επιρρίπτει ευθύνες στην κυβέρνηση για τις επιλογές της στο εσωτερικό της χώρας, γράφοντας ότι «μοιάζει να τείνει να μετατραπεί σε φιλολαϊκό διαχειριστή του υπάρχοντος, δηλαδή της κυριαρχίας του κεφαλαίου στην παγιωμένη νεοφιλελεύθερη μορφή της».
Ταυτόχρονα, ασκεί κριτική για την εξωτερική πολιτική, γράφοντας πως «...απομονωμένη είναι σε ευρωπαϊκό πεδίο, ενώ οι "επαφές" με Κίνα και Ρωσία αποτελούν πολιτικούς εξωτισμούς που δίνουν ελπίδα μόνο σε φανατικούς εθνικιστές». Σημειώνουμε ότι ο Γ. Μηλιός δεν υποστηρίζει την κατεύθυνση της αντιπαράθεσης με την Ευρωζώνη αλλά μιλά για την ανάγκη αλλαγής πολιτικής εντός ΕΕ.
Η σκοπιά απ' την οποία διατυπώνει την κριτική του είναι αυτή της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, καθώς ξαναζεσταίνει και σερβίρει γνωστές απ' τα παλιά συνταγές περί αναδιανομής εισοδήματος. Σε ένα απ' τα πολλά σημεία του κειμένου με παραπομπές στη Γερμανία, επικαλείται τον Peter Bofinger, έναν από τους 5 «σοφούς» που συμβουλεύουν τη γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση, γράφοντας ότι «φάνηκε να είναι αριστερότερος πολλών αριστερών ζητώντας να "πληρώσουν οι πλούσιοι" στην Ελλάδα και προτείνοντας μοντέλα υψηλής φορολόγησης για τους "έχοντες", επικαλούμενος την εμπειρία της μεταπολεμικής Γερμανίας. Καίτοι επισήμως κεϊνσιανός, ο "σοφός" σπεύδει πάντως να δηλώσει ότι στην Ελλάδα δεν πρέπει να υπάρξουν αυξήσεις του άμεσου μισθού και των συντάξεων, ούτε να αυξηθούν οι κοινωνικές δαπάνες (με εξαίρεση τους "πάμφτωχους"). Αλλά προτείνει τουλάχιστον "Μνημόνιο για τους πλούσιους" ώστε να εξασφαλιστεί η δημοσιονομική σταθερότητα».
Θυμίζουμε ότι η γερμανική κυβέρνηση ένα από τα ζητήματα που έχει θέσει για το «μη πατριωτισμό» τμημάτων των επιχειρηματιών είναι και το ζήτημα της φορολογικής ασυλίας των Ελλήνων εφοπλιστών.
Εξηγώντας την αφετηρία απ' την οποία ασκεί κριτική στην κυβερνητική πολιτική, ανέφερε σε μία απ' τις παρεμβάσεις του: «Εγώ επέλεξα να μείνω εκτός κυβέρνησης, για να συμβάλω με όλες μου τις δυνάμεις στο νέο ρόλο που πρέπει να παίζει το κόμμα μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, υπερασπίζοντας το Πρόγραμμα και τις επεξεργασίες που έχουμε κάνει ως κόμμα, τόσο στη διαπραγμάτευση όσο και αναφορικά με τα "εσωτερικά μέτωπα" (...) Ο καθένας λοιπόν μπορεί να διαπιστώσει ότι κάθε πρόταση που υποστηρίζω, είναι εντός των συνεδριακών θέσεων και των κομματικών αποφάσεων...».

Η «Αριστερή Πλατφόρμα»
Επειτα από ένα μεγάλο διάστημα εύγλωττης σιωπής και έμπρακτης στήριξης της κυβερνητικής πολιτικής, ο Π. Λαφαζάνης ξαναβγήκε στη «ρούγα», προφανώς όχι τυχαία, λίγο πριν σερβιριστεί στο λαό το πικρό ποτήρι των νέων αντιλαϊκών δεσμεύσεων.
Είχε προηγηθεί ο Στ. Λεουτσάκος, βουλευτής και κορυφαίο στέλεχος της «Αριστερής Πλατφόρμας», ο οποίος, με άρθρο του, εκφράζοντας διαθέσεις τμημάτων του κεφαλαίου που δεν αποκλείουν την επιλογή της εξόδου απ' το ευρώ, εντός ΕΕ και στο πλαίσιο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, προέτρεψε την κυβέρνηση «να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας στον ελληνικό λαό και η αλήθεια είναι ότι αμοιβαία επωφελής λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα». Πρόσθετε: «Η συντεταγμένη νομισματική αλλαγή, ενταγμένη στο συνολικό προοδευτικό ανορθωτικό πρόγραμμα, συνιστά επιλογή που δεν είναι η συντέλεια του κόσμου (...) και την οποία πρέπει να έχει στο οπλοστάσιό του ο ΣΥΡΙΖΑ και εφ' όσον χρειαστεί, να είναι έτοιμος να την υλοποιήσει».
Με δικό του άρθρο ο Π. Λαφαζάνης προτρέπει το λαό σε αναμονή έως την τελευταία στιγμή ενός ίσως «έντιμου συμβιβασμού», υπονοώντας ότι η κυβέρνηση πασχίζει αυτός να είναι φιλολαϊκός. Αφού καταγγέλλει ότι «τα πιο σκληρά κι αδίστακτα κατεστημένα κέντρα σε Βερολίνο, Βρυξέλλες και ΔΝΤ» ζητάνε «γην και ύδωρ», υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «δεν πρόκειται να υπογράψει ποτέ νέα μέτρα σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων», πως «η Ελλάδα διαθέτει πολλούς εναλλακτικούς δρόμους και μπορεί να έχει προοπτική χωρίς τη χρηματοδότηση από ΕΕ και ΔΝΤ» και πως «είναι εκτός τόπου και χρόνου να σκέφτονται κάποιοι ότι οι οικονομικές επιπτώσεις ενός ελληνικού χρεοστασίου, ή ακόμα περισσότερο ενός Grexit, θα είναι πολιτικά και οικονομικά αμελητέες για το μέλλον της ΕΕ». Υποστηρίζοντας δηλαδή ότι η προοπτική μιας εξόδου απ' το ευρώ δεν συμφέρει τους «εταίρους», υπονοώντας έτσι ότι γι' αυτό θα αναγκαστούν να υποχωρήσουν από τις αιτιάσεις τους.

Κοινή βάση το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης»
Αν για την κυβέρνηση και την πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ «κόκκινη γραμμή» είναι πλέον η συμφωνία της 20ής Φλεβάρη, για τους παραπάνω «κόκκινη γραμμή» είναι το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», δηλαδή το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί προπαγανδιστικά ως ένα πρόγραμμα φιλολαϊκό. Ομως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πρόκειται για πρόγραμμα στήριξης της καπιταλιστικής ανάκαμψης με συγκεκριμένα μέτρα, «πασπαλισμένο» με λίγα ψίχουλα για όσους βουλιάζουν στην εξαθλίωση, σαν αυτά που είδαμε να υλοποιεί ο ΣΥΡΙΖΑ με το περίφημο νομοσχέδιο για την «ανθρωπιστική κρίση». Στην πραγματικότητα, οι δυνάμεις αυτές συσπειρώνονται σε μια γραμμή διεκδίκησης αλλαγής του μείγματος διαχείρισης με κριτήριο τη στήριξη της ανάκαμψης του κεφαλαίου εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη λαϊκή συναίνεση σε αυτή την αλλαγή.
Ολοι τους άλλωστε, από τις υπεύθυνες θέσεις που είχαν στο κόμμα, γνωρίζουν τις δεσμεύσεις προς το κεφάλαιο, την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, το ΔΝΤ, που αποτυπώνονταν στις προεκλογικές διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτές οι δεσμεύσεις έχουν μια λογική κατάληξη. Οχι μόνο δεν επιτρέπουν καμία σκέψη για αναπλήρωση των εργατικών - λαϊκών απωλειών αλλά ανοίγουν το δρόμο για συνέχιση της αντιλαϊκής πολιτικής. Συνειδητά στήριξαν μια συγκεκριμένη πολιτική που εμπεριέχει τέτοιου είδους δεσμεύσεις, προσπαθώντας μάλιστα πιο μαχητικά από τους άλλους να της δώσουν ανατρεπτικό χρώμα, μιλώντας για ρήξεις, συγκρούσεις κ.λπ. Μάλιστα, εξακολουθούν να τη στηρίζουν, κάνοντας προσπάθεια να κρύψουν ότι οι σημερινές προσαρμογές του ΣΥΡΙΖΑ δε συνιστούν παρέκβαση από την πολιτική του όπως αυτή αποτυπώνεται και στο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», απλώς αυτή η πολιτική ξεμασκαρεύεται, απεκδύεται το καμουφλάζ των ανέξοδων προεκλογικών συνθημάτων που απεύθυναν προς το λαό.
Εξάλλου, η ρήξη και η σύγκρουση στην οποία αναφέρονται στην πραγματικότητα εκφράζει αντιθέσεις ανάμεσα σε τμήματα του κεφαλαίου σε σχέση με την πορεία της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, με το μείγμα διαχείρισης της κρίσης αλλά και τις σχέσεις με ιμπεριαλιστικά κέντρα κ.λπ. Το αν επιλεχθεί αυτές οι διαφωνίες να παραμείνουν εντός ΣΥΡΙΖΑ ή αν θα επιλέξουν το δρόμο του οργανωτικού διαχωρισμού θα αποτελέσει βασικό παράγοντα στην αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.

Καρλ Μαρξ

«Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρόκειται να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδανικό προς το οποίο πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων».