Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Τι διδάσκει η Αργεντινή

Γράφει ο Μάκης Παπαδόπουλος*

Οι επιλογές της κυβέρνησης της Αργεντινής σχετικά με τη διαχείριση του κρατικού χρέους της αποτέλεσαν αντικείμενο αντιπαράθεσης των δύο βασικών πόλων του αστικού πολιτικού συστήματος, της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι η πρώτη φορά. Η ΝΔ χρησιμοποιεί τα υπαρκτά προβλήματα του λαού της Αργεντινής ως απόδειξη ότι η μόνη ρεαλιστική πολιτική είναι αυτή της υπόκλισης στο δίκαιο του ισχυρότερου, στις επιλογές των μονοπωλιακών ομίλων. Ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλλει ως μεγάλη μάχη υπέρ του λαού το παζάρι της σημερινής αστικής κυβέρνησης Κίρσνερ με τα «αρπακτικά» επενδυτικά ταμεία, τα οποία αφού εξαγόρασαν πάμφθηνα κάποια κρατικά ομόλογα της Αργεντινής ζητούν την αποπλήρωση τους στην ονομαστική τους τιμή, ώστε να διασφαλίσουν μαζί με τους τόκους κέρδος ύψους 1.600%!
Αυτή η αποπροσανατολιστική αντιπαράθεση επεκτείνεται όλη την προηγούμενη δεκαπενταετία. Η κυβέρνηση προβάλλει αντιπαραθετικά με τη μονομερή στάση πληρωμών της κυβέρνησης της Αργεντινής το 2001, τη δική της «συνετή» πολιτική, η οποία διασφάλισε τελικά στο λαό τον «παράδεισο» της σημερινής Ελλάδας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή το ταξίδι του Αλ. Τσίπρα στην Αργεντινή, παρουσίασε την πολιτική των κυβερνήσεων Κίρσνερ (μετά τη στάση πληρωμών του 2001) ως την εναλλακτική λύση της φιλολαϊκής «περιεκτικής ανάπτυξης». Σύμφωνα με την αφήγηση των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, η Αργεντινή διασφάλισε μια σημαντική αναδιανομή των εισοδημάτων, μια ανάπτυξη για όλους. Η «Αυγή» υποστήριξε με σειρά άρθρων ότι, σε αντίθεση με την Μέρκελ, το περονιστικό κόμμα της Κίρσνερ διασφαλίζει την «ανάπτυξη με γνώμονα τον άνθρωπο».
Με βάση τις τελευταίες εξελίξεις, ο Γ. Μηλιός αναφέρθηκε επίσης στις μεγάλες δυνατότητες της κυβέρνησης της Αργεντινής που στηρίζεται στο λαό και διαθέτει την κρατική εξουσία.
Στη πραγματικότητα, η ιστορία της τελευταίας εικοσαετίας της Αργεντινής αποτελεί ένα διδακτικό παράδειγμα που διαλύει κάθε αυταπάτη για τη δυνατότητα φιλολαϊκής διαχείρισης στο πλαίσιο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης.

Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα
Σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε, η Αργεντινή δεν ξέφυγε ποτέ από τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης και φυσικά ποτέ η εργατική τάξη δεν είχε στα χέρια της την εξουσία. Σημαντικοί εγχώριοι και ξένοι μονοπωλιακοί όμιλοι ελέγχουν όλους τους δυναμικούς κλάδους της αργεντίνικης οικονομίας, όπως της βιομηχανίας χάλυβα, της βιομηχανίας αυτοκινήτων ή του ιδιαίτερα σημαντικού για την Αργεντινή κλάδου της επεξεργασίας τροφίμων.
Σε επίπεδο κυβερνητικής διαχείρισης εφαρμόστηκαν όλες οι βασικές διαφορετικές αστικές προσεγγίσεις τόσο στη νομισματική όσο και στη δημοσιονομική πολιτική.
Πριν την κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, που εκδηλώθηκε το 2001, εφαρμόστηκε η συνταγή του φιλελεύθερου Ντομίνγκο Καβάγιο, η οποία «κλείδωσε» την ισοτιμία του εθνικού νομίσματος πέσο με το δολάριο, επιτάχυνε τις ιδιωτικοποιήσεις και πήρε μέτρα περιορισμού του πληθωρισμού.
Η πολιτική του δεν μπόρεσε φυσικά να αποτρέψει την περιοδική εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης, που συνοδεύτηκε με τη διόγκωση του κρατικού χρέους, το οποίο έφτασε στο 165% του ΑΕΠ το 2002. Η ανεργία ξεπέρασε τότε το 19%, η απόλυτη εξαθλίωση μεγάλου μέρους του λαού απογειώθηκε και εφαρμόσθηκε η μερική απαγόρευση πρόσβασης στις καταθέσεις.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Η Αργεντινή κήρυξε στάση πληρωμών το 2001 για το κρατικό χρέος ύψους 100 δισ. δολαρίων, υποτίμησε το νόμισμά της και στη συνέχεια προχώρησε σε δύο αναδιαρθρώσεις του χρέους της, το 2005 και το 2010, με σημαντικές συμφωνίες. Οι αστικές κυβερνήσεις συμφώνησαν τελικά να πληρώσει ο λαός ένα μεγάλο μέρος του κρατικού χρέους για το οποίο δεν ευθύνεται, ούτε ωφελήθηκε από τη δημιουργία του.
Η Αργεντινή αναγνώρισε και αποπλήρωσε το χρέος της προς το ΔΝΤ το 2006. Συμφώνησε το 2014 να αποπληρώσει τα χρέη της προς τη «Λέσχη των Παρισίων» (στην ουσία μια άτυπη οργάνωση των κρατών - πιστωτών για συλλογικές διαπραγματεύσεις με τις χώρες που δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους). Συμφώνησε με το 93% των ιδιωτικών πιστωτών της να αποπληρώσει τις οφειλές της μετά από «κούρεμα» των απαιτήσεων. Εχει μάλιστα ήδη καταβάλει 539 εκατ. δολάρια για την αποπληρωμή τους στην αμερικανική τράπεζα Bank of New York Mellon.
Πουθενά επίσης δεν πήρε μέτρα που να θίγουν την κερδοφορία των μονοπωλιακών ομίλων. Αντίθετα με τη νέα σημαντική άνοδο του πληθωρισμού, αυξήθηκε η ψαλίδα ανάμεσα στην αύξηση της παραγωγικότητας και στον πραγματικό μισθό. Αυξήθηκε ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης σε κλάδους όπως ο χάλυβας, όπου κυριαρχούν οι όμιλοι «Tenaris», «Ternium» («Siderar»), στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας όπου έχουν δημιουργήσει εργοστάσια μια σειρά μονοπωλιακοί όμιλοι («Peugeuot» - «Citroen», «Renault», «Ford», «Fiat», «Mercedes») ή ο κλάδος της βιομηχανίας τροφίμων, όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος «Arcor», ένας από τους μεγαλύτερους σε κεφαλαιακή αξία ομίλους της χώρας, ή ο όμιλος «Molinos Rio de la Plata», ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αλεύρων.
Την περίοδο μετά τη χρεοκοπία του 2001 βελτίωσε τις εξαγωγικές επιδόσεις, αξιοποιώντας την υποτίμηση του πέσο και τη σημαντική αύξηση της ζήτησης σόγιας από την Κίνα. Φυσικά, όλα τα προαναφερόμενα δεν απέτρεψαν τη νέα εκδήλωση ύφεσης στην καπιταλιστική οικονομία το 2014, που θα συνοδευθεί και με νέα αύξηση της ανεργίας.
Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις Κίρσνερ προχώρησαν σε σημαντικές οικονομικές συμφωνίες με Κίνα, Ρωσία, αλλά και μονοπωλιακούς ομίλους των ΗΠΑ. Υπέγραψαν με την Κίνα συμφωνία δανεισμού ύψους 7,5 δισ. δολ. για την αναβάθμιση των σιδηροδρομικών υποδομών και την κατασκευή υδροηλεκτρικών φραγμάτων. Υπέγραψαν με τη Ρωσία συμφωνίες στους τομείς της Ενέργειας και των Επικοινωνιών. Ταυτόχρονα έχουν ήδη προχωρήσει σε συμφωνία με τον ισχυρό αμερικανικό όμιλο της «Chevron» για την εκμετάλλευση των πλούσιων ενεργειακών σχιστολιθικών κοιτασμάτων (Vaca Muerta) και προσπαθούν να προσελκύσουν και άλλους ξένους επενδυτές.
Στο πλαίσιο των νέων επενδυτικών σχεδίων στην Ενέργεια, η κυβέρνηση της Αργεντινής προχώρησε και στην απομάκρυνση απ' την κρατική εταιρεία ενέργειας YPF της ισπανικής «Repsol», την οποία επίσης συμφώνησε να αποπληρώσει.
Όλες οι προαναφερόμενες ενέργειες δεν αντανακλούν ριζοσπαστικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες προς όφελος του λαού, αλλά την προσπάθεια της αστικής κυβέρνησης να θωρακίσει την ανταγωνιστικότητα του εγχώριου κεφαλαίου της Αργεντινής στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, αναβαθμίζοντας τη σχέση της με την Κίνα και τη Ρωσία.

Το κυβερνητικό παζάρι με τους «γύπες»
Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί και η στάση της κυβέρνησης της Αργεντινής απέναντι στα «αρπακτικά» επενδυτικά ταμεία (vulture funds), τους λεγόμενους γύπες, που έχοντας αγοράσει πάμφθηνα κρατικά ομόλογα ζητούν την αποπληρωμή τους με βάση την ονομαστική τους τιμή, με πολλαπλάσιο κέρδος.
Ο πρωταγωνιστής αυτής της διεκδίκησης, Πολ Σίνγκερ, γνωστός χρηματοδότης των Ρεπουμπλικάνων στις ΗΠΑ, στηρίχθηκε σε απόφαση του αμερικανικού ομοσπονδιακού δικαστηρίου (απόφαση του δικαστή Τόμας Γκριέζα), αφού τα συγκεκριμένα ομόλογα διέπονται από το αμερικανικό δίκαιο.
Η κυβέρνηση της Αργεντινής αρνείται να συμμορφωθεί, επικαλούμενη τον κίνδυνο να υπάρξουν αντίστοιχες απαιτήσεις από το 93% των ιδιωτών που είχαν ήδη αποδεχθεί το «κούρεμα», με βάση προβλεπόμενη σχετική διάταξη (RUFO).
Η στάση της θεωρείται ως «επιλεκτική χρεοκοπία». Παρ' όλα αυτά δεν πρόκειται για μια μετωπική ρήξη όπως παρουσιάζεται, αλλά για ένα μεγάλο παζάρι.
Ορισμένες προτάσεις του Αργεντινού υπουργού Οικονομικών, Αλεξ Κισιλόφ, δε στηρίχθηκαν από τον Αμερικανό διαμεσολαβητή Ντάνιελ Πόλακ. Τώρα προβάλλονται ως λύσεις η αγορά των ομολόγων απ' την JP Morgan ή από τις ιδιωτικές τράπεζες της Αργεντινής, καθώς και η αναβολή της αποπληρωμής ορισμένων ομολόγων για το 2015. Η κυβέρνηση αφήνει επίσης ανοιχτό το ενδεχόμενο να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ωστόσο, δεν μπορεί να προχωρήσει σε ουσιαστική μονομερή διαγραφή, ακόμα και αυτών των προκλητικών απαιτήσεων. Αναζητά υποχρεωτικά ένα συμβιβασμό γιατί γνωρίζει ότι η πολιτική της «επιλεκτικής χρεοκοπίας» θα έχει συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα της Αργεντινής. Συνέπειες που αφορούν την αύξηση του κόστους δανεισμού απ' το εξωτερικό, την πιθανή φυγή κεφαλαίων, την αναβολή ξένων επενδύσεων, τη νέα υποχώρηση του πέσο και τη νέα αύξηση του πληθωρισμού.
Αυτά τα αντικειμενικά όρια της αστικής κυβέρνησης της Αργεντινής γνωρίζουν τόσο οι «γύπες» όσο και η κυβέρνηση των ΗΠΑ και συνεχίζουν να πιέζουν, παρά τις επισημάνσεις του ΔΝΤ σχετικά με τα προβλήματα και τις επιπλοκές που δημιουργούνται για κάθε μελλοντική συμφωνία αναδιάρθρωσης κρατικού χρέους.

Το εργατικό κίνημα με τη δική του σημαία
Η πρόσφατη ιστορία της Αργεντινής αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμιά συνταγή, κανένα μοντέλο φιλολαϊκής διαχείρισης, μέσα στα τείχη του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Καμιά επιλογή αλλαγής της διεθνούς ισοτιμίας του εγχώριου νομίσματος, καμιά συμφωνία αναδιάρθρωσης του κρατικού χρέους, καμιά αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής δεν μπορεί να οδηγήσει στη λαϊκή ευημερία, όσο βαδίζει κανείς στο δρόμο της ανάπτυξης με γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος.
Καμιά έξοδος από τη φάση της καπιταλιστικής κρίσης δεν μπορεί να είναι μόνιμη και πολύ περισσότερο προς όφελος του λαού όσο κυριαρχούν και αποφασίζουν με κριτήριο το ποσοστό κέρδους τους οι μονοπωλιακοί όμιλοι.
Καμιά διαπραγμάτευση προς όφελος του λαού δεν μπορεί να προχωρήσει αποφασιστικά από αστικές κυβερνήσεις που υπηρετούν τα στρατηγικά συμφέροντα των μονοπωλίων, της άρχουσας τάξης.
Οι όποιες κορόνες για τις ανισότιμες διεθνείς σχέσεις είναι χωρίς αντίκρισμα για το λαό, αν δεν σημαδεύουν το πραγματικό ένοχο, την αστική τάξη κάθε χώρας και το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Γιατί η ανισόμετρη ανάπτυξη και οι ανισότιμες σχέσεις είναι σύμφυτες με το ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Η κατανόηση αυτού του ζητήματος είναι κρίσιμη για να μην ακολουθεί το εργατικό κίνημα «πολιτική ουράς» πίσω από την αστική τάξη της χώρας του. Να μη στοιχίζεται πίσω από τις διεθνείς διαπραγματεύσεις της αστικής κυβέρνησης, που έχει στόχο να βελτιώσει την ανταγωνιστική θέση των εγχώριων μονοπωλίων. Να σημαδεύει τόσο τα εγχώρια «αρπακτικά» του κεφαλαίου όσο και τους ξένους «γύπες» και τα «γεράκια» των ιμπεριαλιστικών κέντρων.
Μόνο τότε το εργατικό κίνημα μπορεί να εκμεταλλευτεί και τις ρωγμές των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, που αυξάνουν τις δυνατότητες αντεπίθεσης, τις προϋποθέσεις της ανατροπής στο επίπεδο της εξουσίας.

*Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος της Ιδεολογικής Επιτροπής και του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ

ΠΗΓΗ: Ριζοσπάστης 3/8/2014

Διαβάστε επίσης το παλαιότερο άρθρο: Η πείρα της Αργεντινής και θέση των κομμουνιστών

Καρλ Μαρξ

«Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρόκειται να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδανικό προς το οποίο πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων».