Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Ο ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΣ, από την μεταπολεμική περίοδο έως το "Δημοκρατικό Κόμμα" (PD)

Γράφει ο Marco Rizzo, Γ.Γ. του Κομμουνιστικού Κόμματος - Λαϊκή Αριστερά Ιταλίας (ιδρυτικό μέλος της ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ των ΚΚ)

Υπάρχει πάντα μια αρχή. Όπως ο ιός μολύνει τον οργανισμό, όπως η σκουριά φθείρει το σίδερο.
Τι έφερε τη μεγάλη ιστορική και πολιτική εμπειρία  των κομμουνιστών στην Ιταλία στην σημερινή μιζέρια και πολιτική ασημαντότητα;
Κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας, στην οποία βέβαια επέδρασε και το εξωτερικό περιβάλλον, υπήρξαν φρεναρίσματα και επιταχύνσεις, προωθήσεις μπροστά αλλά και ήττες. Στο τέλος, το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Δύσης – το κόμμα του Antonio Gramsci – έφτασε στον τελικό μαρασμό.
Είναι προφανές ότι όποιος, όπως εμείς,  θέλει να ανασυγκροτήσει έναν πραγματικό Κομμουνιστικό Κόμμα στην Ιταλία, δεν μπορεί να αποφύγει μια σοβαρή ανάλυση και εξέταση σε βάθος αυτών των αιτιών. Δεν θα βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα που μόνο από μια κοινή πορεία επανεξέτασης (επανάγνωσης) μπορούν να εξαχθούν αλλά είναι χρήσιμο να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα εδώ και τώρα. Θεωρήσαμε στρατηγικής σημασίας να αναλύσουμε την ιστορία του ΚΚΣΕ και της ΕΣΣΔ, αυτό πρέπει να κάνουμε και γιά την Ιταλία, την χώρα μας.
Οι συνθήκες μέσα στις οποίες ο Togliatti καθοδηγεί το μεταντιστασιακό ΚΚΙ (PCI) ήταν αναμφίβολα δυσμενείς για μια πραγματική δυνατότητα να «κάνουμε την επανάσταση» στην Ιταλία.
Μιας και δεν είμαστε τροτσκιστές, δεν θα είμαστε τόσο ψευδείς και προκατειλημμένοι, λέγοντας ότι η «προδοσία» της επανάστασης αρχίζει με τη στροφή του Σαλέρνο(1), ωστόσο, τόσο αυτή (η στροφή) όσο και οι μετέπειτα εξελίξεις απαιτούν έναν βαθύτερο προβληματισμό που το κόμμα μας θα πρέπει να αντιμετωπίσει. Στην πραγματικότητα, θα ήταν πολύ απλουστευτικό να την απορρίψει σαν “προδοσία”, sic et simpliciter.
Στις δεδομένες συνθήκες του 1944,το ΚΚΙ (PCI), με το βόρειο τμήμα της χώρας κατεχόμενο από τους Γερμανούς και τους υπηρέτες τους, τους φασίστες το δε νότιο “απελευθερωμένο” από τους Αγγλοαμερικάνους (που υποστηρίζουν την μοναρχία και την αδύναμη κυβέρνηση Badoglio), δούλεψε για να περιθωριοποιήσει τις θέσεις αναμονής αυτών που θέλαν να αναθέσουν την απελευθέρωση της Ιταλίας στα συμμαχικά στρατεύματα, καθοδηγώντας την συμμετοχή των λαϊκών μαζών και ένοπλα, στον αντιφασιστικό αγώνα.
H γραμμή του Συνεδρίου του Μπάρι που επιβεβαίωνε την αντιμοναρχική απόφαση και υποστήριζε την ανατροπή του Badoglio και την αντικατάσταση της κυβέρνησής του με  κυβέρνηση του CLN (Comitato di Liberazione Nazionale) αποδεικνύονταν ανεφάρμοστη και παραλυτική. Είναι σκόπιμο να αναφέρουμε όσα γράφει σχετικά με το θέμα ο Pietro Secchia(2):
«Αν δεν υπήρχε ο πόλεμος και η ανάγκη να νικήσουμε και να συντρίψουμε τον ναζισμό, εμείς θα μπορούσαμε και θα ξέραμε να επιλύσουμε γρήγορα την κατάσταση με την επαναστατική δράση των μαζών.Μα ακριβώς επειδή υπάρχει ο πόλεμος που είναι παρά ταύτα (και) δικός μας πόλεμος θα πρέπει όλοι να αποφύγουμε την περίπτωση  οι μάζες, οι οποίες δικαίως είναι εξοργισμένες από μια κατάσταση που δεν είναι πλέον ανεκτή, να επιχειρήσουν να λύσουν αυθόρμητα την κατάσταση με μορφές που θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναν περιορισμό(όριο) στην προσπάθεια του πολέμου.’» [P. Secchia, Il Partito comunista italiano e la guerra di Liberazione, Feltrinelli, Milano, 1975] και μετά συνεχίζει:
«Το Εθνικό Συμβούλιο του ΚΚΙ (PCI) άρχισε τις εργασίες του στη Νάπολη στις 30 Μάρτη με την εισήγηση του Velio Spano για την κατάσταση της χώρας και του κόμματος, από την οποία προέκυπτε η αμηχανία όσων είχαν πλέον πειστεί για την αδυναμία επίλυσης της κατάστασης μένοντας στις θέσεις τακτικής του Συνεδρίου του Μπάρι και στη λογική της παλιάς διατύπωσης: ” Σχηματίζοντας μια δημοκρατική κυβέρνηση ,αυτός είναι ο στόχος μας, εμείς θα πραγματοποιήσουμε στα πλαίσια της ιταλικής κατάστασης,ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά και θα βρεθούμε ταυτόχρονα στη θέση να δώσουμε μια μεγαλύτερη συνεισφορά στη προσπάθεια του πολέμου” Ο Togliatti στην εισήγησή του, πάντα στη βάση της ανάλυσης της διεθνούς και της ιταλικής κατάστασης, έθεσε το ζήτημα με τον εξής τρόπο: “Καμία ελευθερία δεν μπορεί να είναι εγγυημένη για τον λαό της Ιταλίας μέχρις ότου οι  Ναζιστές δεν θα έχουν εκδιωχθεί από το εθνικό έδαφος. Οφείλουμε, επομένως, να εντείνουμε την πολεμική προσπάθεια για να ελευθερώσουμε τη χώρα. Να σχηματίσουμε συνεπώς, μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας και με αυτόν τον τρόπο θα έχουμε κάνει ένα σημαντικό βήμα σ’αυτή την κατάσταση’’. Απέδειξε ότι θα πρέπει να βγούμε από μία κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη, από τη μία πλευρά, μιας κυβέρνησης με ανάληψη εξουσίας αλλά στερούμενης κύρους γιατί της λείπει η προσχώρηση των μαζικών κομμάτων και από την άλλη ένα μαζικό κίνημα με κύρος αλλά αποκλεισμένο από την εξουσία. ” Αυτή η κατάσταση ενώ τροφοδοτούσε σύγχυση και αταξία, κούραζε και απογοήτευε τις μάζες δημιουργώντας ένα περιβάλλον ευνοϊκό για αντιδραστικές μηχανορραφίες.” Το Εθνικό Συμβούλιο ενέκρινε την ένδειξη και την πρωτοβουλία που πήρε ο σύντροφος Togliatti για τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας » .»  [P. Secchia, Il Partito comunista italiano e la guerra di Liberazione, Feltrinelli, Milano, 1975 ].
Ακόμα και μετά την αναγνώριση της κυβέρνησης Badoglio από την πλευρά της ΕΣΣΔ, προκειμένου να βελτιστοποιήσει και να μεγιστοποιήσει την πολεμική προσπάθεια, η ιδέα ήταν να αναπτύξει, σε εκείνη τη στιγμή,ένα όσο το δυνατόν πιο πλατύ, μέτωπο αγώνα και συμμαχιών, κοινωνικών και πολιτικών,ενάντια σε έναν πανίσχυρο και τερατώδη εχθρό, αναβάλλοντας σε μία μεταγενέστερη ημερομηνία το θεσμικό ζήτημα. Αυτή καθαυτή η ιδέα ήταν αξιόλογη και επιβάλλονταν από τις αντικειμενικές συνθήκες. (ο ίδιος ο Secchia τοποθετεί πάντα τον όρο «στροφή» εντός εισαγωγικών).
Πρέπει να κατανοήσουμε όμως γιατί και πώς αυτός ο «πρόσκαιρος συμβιβασμός» έχασε τον χαρακτήρα της προσωρινότητας καταλήγοντας στην συσκότιση των κεντρικών επαναστατικών στόχων  για τους κομμουνιστές, του ζητήματος του κράτους και της εξουσίας.
Πρέπει απόλυτα να απορριφθεί η θέση ότι αυτό ήταν συνέπεια της Διάσκεψης της Γιάλτας. Στη Γιάλτα ο Stalin, Roosevelt και Churchill δεν χώρισαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής τόσο ώστε να ορίζει ακριβώς με σαφή και αμετάκλητο τρόπο το «μοίρασμα» έτσι ώστε να σημαδέψει για πάντα τα πεπρωμένα της Ιταλίας. Πράγματι,  στις διασκέψεις της Τεχεράνης (1943 ), στη Γιάλτα (Φεβρουάριος 1945), και το Πότσδαμ (Ιούλιος 1945) αποφασίστηκε πρώτα απ΄ όλα το γερμανικό ζήτημα και καθορίστηκαν υποθέσεις προσωρινής τακτοποίησης των ευρωπαϊκών εθνών εν αναμονή της πραγματοποίησης της αυτοδιάθεσης των λαών με την επακόλουθη επιλογή του κοινωνικού συστήματος. Πιστεύουμε, αντίθετα, ότι οι αποκλίσεις από την επαναστατική πορεία προέρχονται από σφάλματα εκτίμησης της κατάστασης και των προοπτικών εκ μέρους του Τολιάτι και μέρους της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Η διδαχή της Τρίτης Διεθνούς υπήρξε θεμελιώδης για τη νίκη επί του ναζισμού - φασισμού και της επέτρεψε να αποκτήσει την εκτίμηση, την εμπιστοσύνη και  τη συμπάθεια  των λαϊκών μαζών. Κατά τη διάρκεια της αντίστασης στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, τα κομμουνιστικά κόμματα που πήραν μέρος, μικρά και στην παρανομία, συγκέντρωσαν τα καλύτερα στοιχεία που εξέφρασε ο αντιφασιστικός αγώνας και αυξήθηκαν σημαντικά γιατί κατάφεραν  να συνδυάσουν το καθήκον του αγώνα ενάντια στη ναζιστική - φασιστική βαρβαρότητα με τον στόχο της χειραφέτησης  των καταπιεζμένων τάξεων.
Αυτό έκανε και το ΚΚΙ (PCI), που αυξήθηκε πολύ και έγινε από πλευράς  αριθμού μελών το πρώτο (σε δύναμη) λαϊκό κόμμα. Πάντα η κληρονομιά των κατευθυντήριων γραμμών της Τρίτης Διεθνούς επέβαλε να μην μεταβιβαστεί η απελευθέρωση των λαών στα συμμαχικά στρατεύματα, ούτε η Αντίσταση ενάντια στο ναζισμό - φασισμό να εκδηλωθεί σαν γεγονός αυθόρμητο και ανοργάνωτο χωρίς πολιτικές αναφορές, ούτε ακόμα η κατάρρευση των δυνάμεων του Άξονα να επιφέρουν την επιστροφή σε προπολεμικές κρατικές μορφές.
Έτσι λοιπόν, μετά την ήττα του φασιστικού κράτους, θεωρήθηκε ότι αυτό θα αντικατασταθεί με ένα κράτος νέου τύπου που δεν θα ήταν μία απλή επανέκδοση του παλιού φιλελεύθερου κράτους. Ποια θα έπρεπε να είναι τα χαρακτηριστικά του; Η κομμουνιστική θεωρία του κράτους προβλέπει ότι, όταν ανατραπεί η αστική εξουσία με την επανάσταση, δεν αρκεί απλά να αντικατασταθεί η αστική τάξη στο πηδάλιο του κράτους, αλλά είναι απαραίτητο να καταστραφεί η “μηχανή” του αστικού κράτους για να δημιουργηθεί μια άλλη, έκφραση της νέας προλεταριακής εξουσίας. Ποια συγκεκριμένη μορφή έπρεπε να πάρει το νέο κράτος, πάνω σε ποιόν τύπο θεσμών θα στηρίζεται; Αυτό το πρόβλημα είχε βρει ακριβή απάντηση με την εξάπλωση των επαναστατικών ξεσηκωμών, από την Παρισινή Κομμούνα μέχρι τον Σοβιετικό Οχτώβρη. Αντίθετα, τα κράτη που βγήκαν από τον πόλεμο και την Αντίσταση είχαν ακόμα ακαθόριστες μορφές’ η εξουσία δεν ήταν σταθερά και μόνιμα στα χέρια καμιάς τάξης, στη σχετική εξουσία μιας τάξης ενεργούσε σαν αντίβαρο η ισχύς, η παράλληλη εξουσία(contro potere) της ανταγωνιστικής τάξης(δυισμός εξουσίας) με μεταβλητές σχέσεις δύναμης στη βάση διαφόρων παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων και των μη τι άλλο διεθνών σχέσεων δύναμης, αλλά η μάχη για τον τύπο θεσμικής οργάνωσης στην Ιταλία δεν ήταν ακόμα καθορισμένη. Οι Επιτροπές Εθνικής Απελευθέρωσης(CNL) θα μπορούσαν να αποτελέσουν το πρότυπο μιας νέας κρατικής μηχανής, με την μαρξιστική – λενινιστική έννοια, και κατά μία ευρεία προσέγγιση του λαϊκού μετώπου να πάρει τη θέση του παλιού, κατεστραμμένου, κρατικού μηχανισμού στο νέο μετα-αντιστασιακό κράτος. Πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αφού ηττήθηκαν και κοινοβουλευτικά οι αστικές συνιστώσες, έγιναν όντως λαϊκές δημοκρατίες, χρησιμοποιώντας αυτές τις μορφές πολιτικού συνασπισμού και κρατικής οργάνωσης που επιβεβαιώθηκαν κατά την διάρκεια της Αντίστασης λύνοντας έτσι το ζήτημα του δυϊσμού της εξουσίας υπέρ του προλεταριάτου.
Μία σωστή μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση αποδεικνύει ότι στην Ιταλία, από το 1944 έως 1947, εμφανίστηκε μια τυπική κατάσταση δυισμού εξουσίας, όπου η «νομίμως συσταθείσα» εξουσία της μοναρχίας, των μεγαλοαστών και των αντίστοιχα εκφρασμένων κυβερνήσεων, αντισταθμιζόταν από την παράλληλη εξουσία ενός προλεταριάτου που μπορούσε να στηριχθεί σε μια ένοπλη πρωτοπορία χιλιάδων μαχητών οργανωμένων μέσα στις γραμμές του ΚΚΙ, σε έντονη αναλογία με τον δυισμό εξουσίας που εκδηλώθηκε στη δεύτερη περίοδο της Ρωσικής Επανάστασης. Ενώ στη Ρωσία η δυαρχία θα επιλυθεί κατά τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε, στην Ιταλία θα γεννήσει την κυβέρνηση εθνικής ενότητας στην οποία θα πάρουν μέρος τα αντιφασιστικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένου και του ΚΚΙ, μέχρι το 1947. Τα σφάλματα τακτικής και αξιολόγησης του Togliatti και της πλειοψηφίας της καθοδηγητικής ομάδας του ΚΚΙ εκείνης της περιόδου, μπορούνε να κατανοηθούν ως τέτοια – και όχι απλοϊκά να απορριφθούν ως προδοσία- μόνο υπό το πρίσμα αυτής της ανάλυσης.
ΤΟ πρώτο σφάλμα έχει να κάνει με την αποδοχή των μηχανισμών και των μορφών της αστικής δημοκρατίας a priori. Δεδομένης της αναβολής(και της παραπομπής) του θεσμικού ζητήματος για την περίοδο της απελευθέρωσης και του τέλους του πολέμου, θα ήταν αναμφίβολα πιο συνεπές με τη διδασκαλία του μαρξισμού-λενινισμού να μη γίνει αποδεκτή απλώς(tout court) η λύση της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης εκλεγμένης με καθολική ψηφοφορία , (σε μια χώρα που έβγαινε από την εικοσάχρονη περίοδο του φασισμού και τον πόλεμο, αποξενωμένη από την άσκηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, σε μεγάλο βαθμό αναλφάβητη και χειραγωγημένη από τους παπάδες!) αλλά να ανατρέξει σ’εκείνες τις μορφές συνασπισμού και οργάνωσης της εξουσίας που πήγαζαν συγκεκριμένα από την Αντίσταση. Συνδεδεμένο με αυτό είναι το δεύτερο σφάλμα: η βαθμιαία απολυτοποίηση ενός συμβιβασμού που θα έπρεπε να είναι προσωρινός και περιορισμένος στην εμπόλεμη περίοδο και η τελική και οριστική παραδοχή της αστικής δημοκρατίας και των αστικών θεσμών σαν το μοναδικό επίπεδο του αγώνα. Πιστεύουμε ότι οι αιτίες αυτών των δύο αποκλίσεων θα πρέπει να προσδιοριστούν, αφενός, στην υπερτίμηση των ικανοτήτων του κόμματος της επίλυσης υπέρ του προλεταριάτου της ισχύουσας δυαδικότητας της εξουσίας, ενεργώντας κύρια πάνω στο ολισθηρό οδόστρωμα της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και αφετέρου, από την υποτίμηση της δύναμης του Κόμματος και της ικανότητάς του να αντιστέκεται και να αποτρέπει πιθανούς αντιδραστικούς πειρασμούς στο επίπεδο που του ταιριάζει περισσότερο, αυτό του μαζικού αγώνα, που δεν σταμάτησε, ακόμα και κατά την διάρκεια της παρανομίας και του ένοπλου αγώνα. Μια πρώτη εκτίμηση μας διδάσκει ότι δεν είναι δεδομένο ότι μια μεγάλη και μαχητική δύναμη μεταφράζεται αυτόματα και στο ανάλογο εκλογικό βάρος. Ας ανατρέξουμε στο οριακό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για την μοναρχία ή στην εκλογική αποτυχία του Λαϊκού Μετώπου το 1948. Η δεύτερη εκτίμηση αναφέρεται στον-υπερβολικό-φόβο για τις πιθανές, εγχώριες και διεθνείς, αντιδράσεις μπροστά σε κάθε ριζοσπαστικοποίηση της ταξικής σύγκρουσης. Αναφερόμαστε στην αδράνεια με την οποία γίνεται δεκτός ο αποκλεισμός του ΚΚΙ από την κυβέρνηση της χώρας το 1947 αλλά και στην ενσωμάτωση της Συνθήκης του Λατερανού και του Κονκορδάτου στο άρθρο 7 του σχεδίου Συντάγματος, για τον φόβο ενός θρησκευτικού πολέμου που απειλείται από τον πάπα Pio XII. Η εσφαλμένη εκτίμηση για τη διάρκεια και την αντοχή της αντιφασιστικής ενότητας, που θεωρείται σαν δεδομένη θα οδηγήσει σε μέτρα όπως η αμνηστία στους φασίστες και μετά στην απρόβλεπτη εκδίωξη από την κυβέρνηση. Αυτή η εκδίωξη θα λύσει οριστικά τον δυϊσμό της εξουσίας υπέρ της αστικής τάξης.   Στην πραγματικότητα, η ιστορική μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση διδάσκει ότι οι καταστάσεις δυϊσμού της εξουσίας δεν είναι αιώνιες αλλά είναι προσδιορισμένες ιστορικά, περιορισμένες χρονικά και επιλύονται υπέρ της μιας ή της άλλης τάξης από την διαλεκτική του ταξικού αγώνα μέσα σε ένα σύνολο αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών, γεγονός που διέφυγε εντελώς από την τότε ηγεσία του ΚΚΙ (PCI).
Το ιταλικό κράτος σήμερα δεν έχει καμία σχέση με το κράτος που γεννήθηκε από την Αντίσταση μιας και είναι διακηρυγμένα αστικό λόγω της λύσης που δόθηκε στο δυϊσμό το 1947. Χωρίς να αποδέχονται τον δυϊσμό που χαρακτήριζε το ιταλικό κράτος, το γεννημένο από την Αντίσταση, από το 1944 μέχρι το 1947, οι ρεβιζιονιστές και οι οπορτουνιστές προσδιορίζουν το σημερινό κράτος ταυτίζοντας το με αυτό της μετά αντιστασιακής περιόδου, εντός των ορίων μιας αταξικής αντίληψης της ιστορίας. Διαλογικά όλες οι ιστορικές ανακατασκευές εκ μέρους των εξτρεμιστικών αριστερίστικων σχηματισμών παρουσιάζουν  το ιταλικό κράτος της άμεσης μεταπολεμικής περιόδου απλά σαν καθαρό αστικό κράτος από τη γέννησή του, αρνούμενοι κι αυτοί τον δυϊσμό εξουσίας  και τον ταξικό αγώνα που γινόταν στο εσωτερικό του. Πρόκειται για μια αναπαράσταση ακριβώς αντίθετη αλλά συμμετρική με εκείνη που κάνουν οι ρεβιζιονιστές.
Η Επιτροπή για την Απελευθέρωση της Άνω Ιταλίας(CLNAI) είχε στις αντάρτικες ταξιαρχίες και στους GAP (Ομάδες Αντάρτικης Δράσης) τις μεγαλύτερες οργανωτικές εκφράσεις του ένοπλου αγώνα ενάντια στη ναζιστική - φασιστική εξουσία. Σε αντίθεση με ότι συνέβαινε με τις CNL στις «απελευθερωμένες περιοχές» από τους συμμάχους, όπου η παθητικότητα των μαζών ήταν σχεδόν καθολική, η CNLAI, με την ώθηση του ΚΚΙ φρόντιζε διαρκώς για την συμμετοχή τους στον απελευθερωτικό πόλεμο, ξεκινώντας από την οργάνωση των μεγάλων απεργιών του 1943. Η CLNAI και το ΚΚΙ (PCI) στο εσωτερικό τους είχαν ξεκάθαρη την απαραίτητη σύνδεση του αντάρτικου αγώνα με τον πολιτικό και κοινωνικό μαζικό αγώνα που μπορούσε να προκληθεί και με απλές οικονομικές διεκδικήσεις.
Αυτές οι ειδικές συνθήκες επέτρεψαν να ωριμάσουν πραγματικές και ιδιαίτερες εμπειρίες  λαϊκής κυβέρνησης, με επικεφαλής την CLNAI, με μορφές που θα μπορούσαν να υιοθετηθούν για τη μελλοντική κρατική οργάνωση της απελευθερωμένης Ιταλίας. Στα εργοστάσια, για παράδειγμα, δημιουργήθηκαν Διαχειριστικά Συμβούλια, ένα έμβρυο συμβουλιακής δημοκρατίας παρόμοιο με το σοβιετικό. Οι διαφορετικές αντικειμενικές συνθήκες στις κατεχόμενες περιοχές από τους αγγλοαμερικάνους, η αδυναμία του ΚΚΙ (PCI) σε αυτές τις περιοχές και η συνακόλουθη έλλειψη υποκειμενικών εμπειριών, ανάλογων με αυτών που ωρίμασαν στη Βόρεια Ιταλία, εξηγούν την σχετική υπεροχή των «θεσμικών αλχημειών» του κεντρικού CNL. Ενώ στην Άνω Ιταλία η απελευθέρωση από τον ναζισμό - φασισμό και η κοινωνική χειραφέτηση αποτελούν έναν ενιαίο και αδιαίρετο στόχο, σε κεντρικό επίπεδο αυτή η μοναδικότητα παραλείπεται ώστε όχι μόνο η μάχη για το θεσμικό πλαίσιο, σχετικά με την μορφή, αναβάλλεται για μεταγενέστερη ημερομηνία-πράγμα επιτρεπτό όπως ήδη είπαμε- αλλά και η μάχη για το κοινωνικό περιεχόμενο του νέου κράτους και της ταξικής του ουσίας, εξασθενεί για μια αόριστα χρονικά προοπτική και θυσιάζεται στο βωμό των αναγκών της πολεμικής προσπάθειας. Αυτό, ίσως, υπήρξε το πιο βαρύ λάθος εκτίμησης του Togliatti και της πλειοψηφίας της καθοδηγητικής ομάδας του ΚΚΙ. Η «στροφή» λοιπόν πέρασε πλειοψηφικά αλλά ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε με διαφορετικό τρόπο στο Βόρεια Ιταλία, σε σχέση με την Κεντρική και Νότια Ιταλία. Για τον Pietro Secchia(Πιέτρο Σέκια) και την καθοδηγητική ομάδα του Βορρά, το άνοιγμα σε νέες δυνάμεις και κοινωνικές συνιστώσες, η ενεργός συμμετοχή τους στον απελευθερωτικό αγώνα δεν θα έπρεπε να συσκοτίσει τους στόχους της δικαιοσύνης και της χειραφέτησης, αλλά να βοηθήσει τον αγώνα ενάντια στα αντεθνικά στοιχεία: τους οπαδούς της αναμονής, βιομηχάνους αντιφασίστες στα λόγια αλλά συνεργάτες του εχθρού στη πράξη, υψηλόβαθμους αξιωματικούς που βοηθούσαν τους φασίστες και τους Γερμανούς στην καταδίωξη των ανταρτών, αυτούς που παίζουν διπλό παιχνίδι και ούτω καθεξής. Το κεντρικό επίπεδο ωστόσο καλεί σε σύνεση και μετριοπάθεια για να μην ενοχληθούν οι πιο αστικές συνιστώσες του αντιφασιστικού συνασπισμού. Διαμέσου του φετίχ της ενότητας με κάθε κόστος και της διαφύλαξης των ισορροπιών, άρχιζε εκείνα τα χρόνια να εισέρχεται στο σώμα του κόμματος ο ιός του «κοινοβουλευτικού κρετινισμού» που θα το μολύνει για όλα τα επόμενα χρόνια φτάνοντας μέχρι την διάλυσή του.
Στις Επιτροπές Εθνικής Απελευθέρωσης(CNL) εκδηλώνονται αμέσως αποκλίσεις σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής του αγώνα και της λειτουργίας των CNL μετά την απελευθέρωση. Η Χριστιανική Δημοκρατία και το Φιλελεύθερο Κόμμα τις θέλανε μεταβατικά όργανα. Για τους κομμουνιστές, τους ατζιονίστι (Partito d’Azione), και τους σοσιαλιστές αυτοί οι οργανισμοί έπρεπε αντίθετα να μετατραπούν σε εργαλεία μιας νέας πολιτικο-κοινωνικής τάξης πραγμάτων.
Ο κομμουνιστής Eugenio Curiel(3), νεότατος επιστήμονας και μελετητής του Μαρξισμού-Λενινισμού που σκότωσαν οι φασίστες στο Μιλάνο λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση στα 33 χρόνια του, διατύπωσε θεωρητικά μια κρατική μορφή που την υπέδειξε σαν την «προοδευτικά αυξανόμενη δημοκρατία»(democrazia progressiva) περιγράφοντας με αυτόν τον τρόπο την λειτουργία της: «…να διασφαλίσει τις καλύτερες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στο έργο της ανοικοδόμησης χωρίς να καθορίσει ένα προκαθορισμένο όριο μεταξύ των προβλημάτων της ανοικοδόμησης και των προβλημάτων της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας… πρέπει να αγωνιστούμε ώστε η «προοδευτικά αυξανόμενη δημοκρατία» να πραγματοποιηθεί ξεπερνώντας τους περιορισμούς και τα εμπόδια που θα θελήσουν να παρεμβάλουν οι αντιδραστικές δυνάμεις, πρέπει να αγωνιστούμε ώστε η ρήξη να λειτουργήσει σε πιο ευνοϊκές συνθήκες για εμάς, να αγωνιστούμε ώστε η ρήξη να καταστεί λιγότερο δαπανηρή για την εργατική τάξη και για όλο το έθνος».
Η διατύπωση της προοδευτικά αυξανόμενης δημοκρατίας εγκρίθηκε από το ΚΚΙ στο 5 Συνέδριό του. Αναφέρονταν, σύμφωνα με την έννοια του Curiel,στον επαναστατικό μετασχηματισμό του κράτους που θα έπρεπε να βασίζεται στις CNL. Πρέπει να σημειωθεί ότι ότι στον Curiel  είναι σαφώς παρούσα τόσο η σχέση μεταξύ της απελεύθερωσης και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, όσο και η αναπόφευκτη η ρήξη με την αστική τάξη, δηλαδή η προσωρινότητα του συμβιβασμού με αυτήν. Ένα κράτος αυτού του είδους θα καθόριζε πολύ πιο ευνοϊκές συνθήκες για την επαναστατική ρήξη και για την κατάκτηση της ηγεμονίας από τους κομμουνιστές. Η αναφορά του Pietr Secchia στη Διεύθυνση του ΚΚΙ (PCI) τον Μαρτη του 1945 αναφέρει: «Πριν, κατά και μετά την εξέγερση πρέπει να είμαστε σε θέση να καλύψουμε τις πόλεις μας και τις αγροτικές περιοχές μας με ένα δίκτυο χιλιάδων απελευθερωτικών επιτροπών στα εργοστάσια, στα χωριά στα εργαστήρια. Αυτοί θα είναι οι λαϊκοί οργανισμοί που πάνω τους θα στηριχτεί η δημοκρατική κυβέρνηση στην Ιταλία. Χωρίς αυτούς τους οργανισμούς είναι μάταιο να μιλάμε για προοδευτικά αυξανόμενη δημοκρατία».
Δυστυχώς είναι δύσκολο να βρεθεί ένα απόσπασμα του Τολιάτι όπου θα είναι σε αρμονία με τον Curiel και τον Secchia όσον αφορά τις CLN και την προοδευτικά αυξανόμενη δημοκρατία. «Εμείς θέλουμε- είπε σε μια ομιλία του στη Νάπολη το 1944- δοθεί εγγύηση στον ιταλικό λαό με τον πιο επίσημο τρόπο, ότι αφού θα ελευθερωθεί η χώρα, μια εθνική συντακτική συνέλευση, εκλεγμένη με ελεύθερη καθολική ψηφοφορία, άμεση και μυστική για όλους τους πολίτες, να αποφασίσει για την τύχη της χώρας και για την μορφή των θεσμών… αυτή είναι δημοκρατικά η πιο σωστή θέση… θέτοντας στη βάση του άμεσα πολιτικού μας προγράμματος την άμεση σύγκλιση συντακτικής συνέλευσης μετά το τέλος του πολέμου, βρισκόμαστε στη συντροφιά των καλύτερων ανδρών του δικού μας Risorgimento (*η ιστορική περίοδος της ενότητας και της ανεξαρτησίας της Ιταλίας, 1815-1871), στη συντροφιά του Carlo Cattaneo, του Giuseppe Mazzini και του Giuseppe Garibaldi, σε αυτή τη συντροφιά νοιώθουμε καλά.»
Ο Τολιάτι, προφανώς, δεν αναφέρεται στην ιστορία και στη κληρονομιά των ιδανικών του προλεταριάτου.
Το παραπάνω λάθος, η επιλογή a priori των μορφών της αστικής δημοκρατίας σε βάρος των μορφών που προέκυψαν απ’ευθείας από τον παρτιζάνικο και τον λαϊκό αγώνα και η συζητήσιμη επιλογή συντροφιάς, τουλάχιστο σε ότι αφορά τον Cattaneo και τον Mazzini προσθέτει άλλο ένα ολέθριο σφάλμα: την ιδέα της αντίστασης σαν ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενό της και τα κοινωνικά κίνητρά της, σαν ιδανική συνέχεια του Risorgimento. Ο Γκράμσι όρισε το Risorgimento σαν “ημιτελή επανάσταση’’ επισημαίνοντας την αδυναμία και το πνεύμα συμβιβασμού της ιταλικής μπουρζουαζίας, ανίκανη να δημιουργήσει το δικό της εθνικό κράτος χωρίς ένα ταξικό συμβιβασμό με το παλιό καθεστώς. Ο Στάλιν απευθύνοντας χαιρετισμό στις ξένες αντιπροσωπείες που παρευρίσκονταν στο ΧΙΧ Συνέδριο του ΚΚΣΕ, υπογράμμισε ότι ήταν καθήκον των κομμουνιστών ’’ να μαζέψουν τις σημαίες που η μπουρζουαζία άφησε να πέσουν’’ στο κυνήγι του κέρδους, τσαλαπατώντας τις ίδιες τις αρχές των αστικών επαναστάσεων.  Ωστόσο, για τον Γκράμσι, όπως και για τον Στάλιν, η ολοκλήρωση της αστικής επανάστασης, η οποία νοείται ως η πραγματική εφαρμογή των διακηρύξεων των αρχών της ελευθερίας και της ισότητας, μπορεί να πραγματοποιηθεί πλήρως  μόνο “μετά” τη σοσιαλιστική επανάσταση, και όχι «αντί» αυτής. Είναι προφανές ότι, με αυτή την συλλογιστική, ότι η αυξανόμενη προοδευτικά δημοκρατία, άδεια από κάθε επαναστατικό περιεχόμενο, μετατρέπεται σε μια χίμαιρα στο όνομα της βαθμιαίας εξέλιξης που δεν έχει τίποτα το κοινό με την διδασκαλία του μαρξισμού-λενινισμού. Η ιδέα ότι ήταν δυνατόν να γίνει η ’’υπέρβαση’’ του καπιταλισμού δια μέσου μόνο του κοινοβουλευτικού δρόμου με σταδιακές μεταρρυθμίσεις που θα εισάγουν ’’στοιχεία σοσιαλισμού’’ ήταν και παραμένει αβάσιμη και αντιεπιστημονική.
Αναφορικά με την έλλειψη των αντικειμενικών συνθηκών για την προλεταριακή επανάσταση, ο Pietro Secchia, τότε οργανωτικός υπεύθυνος του ΚΚΙ, σωστά παρατήρησε (εκείνους τους καιρούς αυτή η διευκρίνιση ηχούσε σαν μια σκληρή κριτική)ότι: «Υπάρχει μια μεγάλη απόσταση από το να κάνεις την εξέγερση και από το να μην κάνεις τίποτα»… και είναι σαφές ότι η αναφορά είχε σαν στόχο την πολιτική του Τολιάτι, ο οποίος επέλεξε τον θεσμικό δρόμο σαν στρατηγική από το 1944 την εποχή που η εμπειρία της λαϊκής κυβέρνησης των CNL θα μπορούσε να οδηγήσει σε άλλες προοπτικές.
Η εκδίωξη των κομμουνιστών από την κυβέρνηση το 1947 σηματοδότησε το σημείο χωρίς επιστροφή αυτής της στρατηγικής: ένα γεγονός τόσο σημαντικό  δεν προκάλεσε καμία αντίδραση, ούτε καν μια γενική πολιτική απεργία, μονάχα μερικές κραυγές στην εφημερίδα του κόμματος L’Unita’. Επομένως, μπορούμε να πούμε ότι το ΚΚΙ, μετά την απελευθέρωση, έχασε “στο τραπέζι” την μάχη για την κατάκτηση της εξουσίας, χωρίς να έχει ποτέ επιχειρήσει ούτε καν να την δώσει. Σε όλες τις αποφασιστικές στιγμές κυριαρχούσε η γραμμή του Τολιάτι, η γραμμή της άμυνας του “δημοκρατικού κράτους, που γεννήθηκε από την Αντίσταση”.
Μετά από όλα όσα έχουν ειπωθεί μέχρι στιγμής, δεν μπορεί να αποσιωπηθεί η πολιτική στελεχών που ακολουθήθηκε από τον Τολιάτι, με την οποία  η καθοδηγητική ομάδα του ΚΚΙ που βγήκε από την Αντίσταση απομακρύνθηκε και αντικαταστάθηκε από επαγγελματικά στελέχη, ποιοτικά μεν, αλλά αστικής προέλευσης και χωρίς την εμπειρία της παρανομίας και του ένοπλου αγώνα.
Ο Τολιάτι πραγματοποίησε τη «στροφή» του VIII Συνεδρίου με τρόπο, όσο το δυνατόν ανώδυνο. Συγκαλέστηκε η IV Εθνική Συνδιάσκεψη στα πλαίσια της προετοιμασίας του συνεδρίου, η οποία αποφάσισε την αντικατάσταση του 30% των καθοδηγητών του κόμματος με νέα επαγγελματικά  και πολιτικά στελέχη. «Όσο αφορά την κομματική ηλικία των αντιπροσώπων στην IV Συνδιάσκεψη σε σύγκριση με το VII Συνέδριο, υπήρξε μια αυξημένη συμμετοχή μελών που μπήκαν στο κόμμα μετά τις 25 Απρίλη του 1945».
Τα συμπεράσματα της Συνδιάσκεψης, ουσιαστικά, προείπαν, την γραμμή του VIII Συνεδρίου(1956).Υπήρξε λοιπόν η απομάκρυνση από τα ηγετικά κλιμάκια ενός μεγάλου μέρους καθοδηγητών που διαπαιδαγωγήθηκε στη φωτιά του παρτιζάνικου αγώνα και αντικαταστάθηκε από τα νέα στελέχη που μπήκαν στο κόμμα μετά τις 25 Απρίλη 1945. Τέσσερις μέρες πριν το κλείσιμο της Συνδιάσκεψης, διαμορφώθηκε η νέα Γραμματεία από την οποία αποκλείστηκε ένας από τους πιο διακεκριμένους εκπροσώπους της γενιάς που πολέμησε στην Ισπανία, μετά στην Ιταλία, στην παρανομία και στην Αντίσταση: ο Pietro Secchia. Από το VIII Συνέδριο και μετά το αστικό ιταλικό κράτος θα ταυτίζεται με το «κράτος που βγήκε από την Αντίσταση» του οποίου η άκριτη διαφύλαξη θα γίνει το κεντρικό σημείο στο πρόγραμμα του ΚΚΙ έως την διάλυσή του. Αυτό το Συνέδριο επικυρώνει επίσημα και αμετάκλητα την αναθεωρητική-χρουστσοφική στροφή του ΚΚΙ. Δεν είναι τυχαίο που ο Τολιάτι είπε:«Εμείς οι Ιταλοί κομμουνιστές είμασταν αυτοί που δώσαμε μια σημαντική προσφορά στην σταδιακή επεξεργασία αυτών των νέων θέσεων(XX Συνέδριο του ΚΚΣΕ)»… «Το XX Συνέδριο παρατήρησε ότι σήμερα ο σοσιαλισμός δεν περιορίζεται σε μια χώρα αλλά έγινε ένα παγκόσμιο σύστημα κρατών… Από αυτές τις διαπιστώσεις απορρέουν πολλά συμπεράσματα που αφορούν τον γενικό πολιτικό προσανατολισμό μας, την στρατηγική μας, την τακτική μας. Πρώτο μεγάλο συμπέρασμα είναι η αποφυγή του πολέμου… Το XX Συνέδριο συμπέρανε επίσης ότι η πορεία προς τον σοσιαλισμό παίρνει διαφορετικές μορφές από εκείνες που είχε στο παρελθόν: δεν είναι πια απαραίτητος ο δρόμος της ένοπλης εξέγερσης, όπως έκανε η Ρωσία το 1917…είναι δυνατόν να πετύχουμε σοσιαλιστικές αλλαγές ακολουθώντας την αξιοποίηση του κοινοβουλίου»
Με αυτά τα λόγια, διατυπωμένα στο VII Συνέδριο του ΚΚΙ, ο Τολιάτι κάνει δεκτό στο ιδεολογικό οπλοστάσιο του κόμματος ένα μεγάλο μέρος από τις αναθεωρητικές αποκλίσεις του Χρουστσόφ, από την ειρηνική συνύπαρξη και την δυνατότητα αποφυγής του πολέμου ως την κοινοβουλευτική πορεία περάσματος στον σοσιαλισμό. Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί αν το έκανε οπό πεποίθηση ή πάνω στη βάση της εκτίμησης για την ανάγκη υποστήριξης, όπως και να’χει, της Σοβιετικής Ένωσης ειδικά μετά τα γεγονότα της Ουγγαρίας. Παραμένει το γεγονός ότι αυτές οι επιλογές θα οδηγήσουν οριστικά το ΚΚΙ (PCI) στο δρόμο του αναθεωρητισμού.
Η ιστορία των επόμενων ετών αποδεικνύει ότι η ιταλική αστική τάξη, κατέχοντας από το 1947 την απόλυτη εξουσία του κράτους,θα την χρησιμοποιεί με σαφή σκοπό να λυγίσει την εργατική τάξη, να διαταράξει και να βάλει στη γωνιά το κομμουνιστικό κόμμα. Τα επεισόδια καταστολής και  προκλήσεων στα σκοτεινά χρόνια της κυβέρνησης Scelba(Σέλμπα) είναι η απόδειξη γι’αυτό. Μέσα σε αυτή την κατάσταση η πολιτική του ΚΚΙ (PCI) περιορίστηκε στην υπεράσπιση του δικαιώματός του στην ύπαρξη και στην υπεράσπιση της “δημοκρατικής ” νομιμότητας, ανίκανο όμως να αντεπιτεθεί με αποφασιστικό τρόπο. Με την πάροδο των χρόνων το φετίχ της εσωτερικής ενότητας έφθειρε την συζήτηση για την κομματική γραμμή και το πρόγραμμα, κάνοντας τις διαφορές που υπήρχαν να  εμφανίζονται βουβές, αμβλυμένες, καλυμμένες, τέτοιες που να μην φαίνονται σαν αντιθέσεις αρχών, πάνω στη βάση μιας εσφαλμένης εφαρμογής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού που εξυπηρετούσε μονάχα τη συνέχιση της διατήρησης της καθοδηγητικής ομάδας. Οι χιλιάδες των στρατευμένων αγωνιστών που αφιέρωσαν τη ζωή τους  στην υπόθεση του κομμουνισμού δυσκολεύτηκαν σοβαρά να προσανατολιστούν και πολύ περισσότερο στο να πάρουν θέση. Από την άλλη πλευρά, είναι αναμφισβήτητος ο βασικός ρόλος που διαδραμάτισε το ΚΚΙ μεταπολεμικά στη κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και στη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους και της εργασίας τους, επιτυγχάνοντας σημαντικές κατακτήσεις στο κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, που δεν ήταν όμως μη αναστρέψιμες. Για εμάς από εδώ πηγάζει η υπεράσπιση του κόμματος, που διεκδικούμε σαν μέρος της ιστορίας μας, τόσο σε σχέση με τις επιθέσεις της δεξιάς και των αντιδραστικών όσο και αυτών του βερμπαλιστικού και τυχοδιωκτικού εξτρεμισμού. Ένα θέμα είναι η δικιά μας κριτική, σαν κομμουνιστές, στον Τολιάτι, και άλλο είναι η αφαίρεση του ονόματός του από τα τοπωνύμια των πόλεων όπως θα ήθελαν ο Alemanno και ο Volonte’, ή το να τον αποκαλούν προδότη του προλεταριάτου, όπως κάνουν ορισμένοι κρυπτο-εξτρεμιστές. Σε αυτά θα αντιταχθούμε πάντα.
Μετά τον πόλεμο υπήρχαν σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά περιθώρια για να καταστεί δυνατή μια ρεφορμιστική πολιτική, αποτέλεσμα και των διεθνών σχέσεων δύναμης και ισορροπιών μεταξύ των σοσιαλιστικών και ιμπεριαλιστικών χωρών. Το ΚΚΙ (PCI) στάθηκε ικανό να τα χρησιμοποιήσει με επιτυχία προς όφελος της εργατικής τάξης και των εργαζομένων αλλά ανίκανο να  συνδέσει-ή δεν θέλησε να συνδέσει- αυτές τις κατακτήσεις και τις ταξικές αντιθέσεις που ξεπρόβαλλαν, με τον πολιτικό στόχο της κατάκτησης της εξουσίας. Συμπεριφέρθηκε σαν ένα καλό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Όμως άλλο πράγμα πρέπει να είναι ένα επαναστατικό κόμμα, ένα κόμμα πραγματικά κομμουνιστικό, που παίρνοντας πάντα υπόψη τις σχέσεις δύναμης διατηρεί αμετάβλητη την ώθηση προς τον τελικό στόχο. Βέβαια το ΚΚΙ συσσώρευσε εκείνη την περίοδο μια τεράστια και ποιοτική κληρονομιά, αποτελούμενη από αγωνιστική στράτευση, πάθος και τίμιες ανθρώπινες σχέσεις, που αποτέλεσε την πιο πολύτιμη κληρονομιά και που δυστυχώς προδόθηκε μετά από τις ηγετικές ομάδες που αναλάμβανε τα ηνία της ”επανιδρυτικής’’ απόπειρας, λέγοντας ένα πράγμα αλλά έχοντας στο νου τους άλλο, εντελώς διαφορετικό.
Η VIII Συνέδριο επικύρωσε επίσης και την οριστική υιοθέτηση της έννοιας του «εθνικού δρόμου προς το σοσιαλισμό». Πέρα από τις αρχικές προθέσεις του Τολιάτι, πραγματικές ή υποτιθέμενες, αυτή δεν έγινε μια δημιουργική τακτική για την επίτευξη του ευγενούς σκοπού λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της Ιταλίας, αλλά μετατράπηκε σε μια θεωρία που αρνείται την εγκυρότητα των γενικών νόμων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικο-κρατικών , οι οποίοι δρουν με τρόπο ουσιαστικά ίδιο σε όλες τις χώρες, ανεξάρτητα από τις ιστορικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητές τους, στο όνομα της αναπόδεικτης επικράτησης του συγκεκριμένου πάνω στο γενικό. Η φυσική εξέλιξη αυτής της έννοιας ήταν η συνεχής και βαθμιαία απομάκρυνση από τις επιστημονικές αρχές του μαρξισμού-λενινισμού μέχρι να φτάσει στις θεωρητικές και πρακτικές εκτροπές του ευρωκομμουνισμού.
Αυτές οι εκτιμήσεις μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε το τελευταίο μέρος της ιστορίας του ΚΚΙ, από τον Berlinguer μέχρι την Bolognina. Είναι σαφές ότι αυτό που λέμε το κάνουμε με τον μέγιστο σεβασμό για όλους εκείνους τους συντρόφους που εκείνη την εποχή έδωσαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους με μαχητικότητα και που ακόμη και σήμερα μπορούν να δώσουν μια τεράστια βοήθεια στο δυσκολότατο έργο μας.
Εξαιρώντας το ηθικό ανάστημα του Berlinguer, απόλυτα ασύγκριτο με τις αθλιότητες των σημερινών πολιτικών, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το επίπεδο του πολιτικού πολιτισμού όλων των πολιτικών εκείνης της περιόδου ήταν ανυπολόγιστα (πιο ψηλό) σε σύγκριση με τα ανίδεα ανθρωπάκια του σήμερα που μολύνουν τα θεσμικά όργανα. Θέλουμε να συγκρίνουμε την ένδεια των Berlusconi, Grillo, Renzi, Bersani με το ανάστημα και την ικανότητα των Nenni, Moro, Fanfani ακόμη και του Craxi και Andreotti του χθες; Συζητήσιμες ίσως προσωπικότητες, μερικοί από αυτούς αντίπαλοι και εχθροί, όμως όλοι πραγματικοί πολιτικοί και όχι κορυφαίοι αδέξιοι ενός θεάτρου που τώρα αηδιάζει τους πάντες. Η πολιτική στελεχών, είναι αποκαλυπτική για την πολιτική γραμμή και την κοινωνική σύνθεση που θέλουν να προσδώσουν στο κόμμα. Ο Berlinguer προωθεί σαν διάδοχους της τότε ηγετικής ομάδας τους Occhetto, D’Alema, Veltroni, Fassino, Bersani κτλ. έτσι όπως στην επόμενη επανιδρυτική προσπάθεια επιλέχθηκαν οι Garavini, Bertinotti, Giordano, Diliberto, Ferrero. Και στις δύο περιπτώσεις αντί για προλεταριακά στελέχη επιλέχθηκαν επαγγελματίες σε πολιτική καριέρα ή συνδικαλιστές της μετά EUR εποχής.
Αν ο Τολιάτι διατήρησε τουλάχιστον έναν δεσμό, ίσως περισσότερο τυπικό παρά ουσιαστικό, με τον μαρξισμό-λενινισμό και αναγνώρισε πάντα την μεγάλη συνεισφορά της Σοβιετικής Ένωσης στην υπόθεση της απελευθέρωσης της εργασίας και των λαών, ο Berlinguer εγκατέλειψε οριστικά οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό σαν επαναστατική θεωρία. Στο XIV Συνέδριο του ΚΚΙ, το 1975, ο Berlinguer πρότεινε και έκανε να περάσει τροποποίηση του καταστατικού του κόμματος, εξαλείφοντας τις αναφορές στη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία για να επιβεβαιώσει την «εκκοσμίκευση». Αυτό σήμαινε ότι το κόμμα εγκατέλειψε  τη δική του κοσμοθεωρία, κάνοντας άνοιγμα στον ιδεολογικό εκλεκτισμό που θα το καταστήσει κόμμα χωρίς αυτονομία και λεία της κυρίαρχης κουλτούρας. Μία επιλογή που προκλήθηκε από την αγωνία του να δώσει όλο και περισσότερες εγγυήσεις «αξιοπιστίας» στον ταξικό εχθρό και στους πολιτικούς αντίπαλους, ξεχνώντας ότι την εξουσία δεν την ζητάς σαν ελεημοσύνη, αλλά την καταχτάς και ότι το να μπεις στην κυβέρνηση δεν σημαίνει ότι παίρνεις την εξουσία. Ήτανε μια προσπάθεια να αποδείξει ότι το ΚΚΙ δεν έπρεπε πια να φοβίσει την κυρίαρχη τάξη, διότι, εκτός από τα «καθαρά χέρια» ήταν σαν όλα τα άλλα κόμματα, έχοντας επιτέλους κόψει οριστικά τον ομφάλιο λώρο με την επαναστατική θεωρία και τους στόχους της και έχοντας γίνει ένας καλός και τίμιος διαχειριστής ενός καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο.
Αυτή η παραμόρφωση γίνεται δυνατή χάρη στην απόφαση, η οποία ελήφθη κατά τη XIII συνέδριο του 1972 να ενσωματώσει τους κομματικούς πυρήνες στους χώρους δουλειάς με τις εδαφικές ΚΟΒες, στερώντας τους την αυτόνομη αντιπροσώπευση στα επόμενα συνέδρια. Με τον τρόπο αυτόν η παρουσία του προλεταριακού στοιχείου αλλοιώνεται από το μικροαστικό που επικρατεί στο εδαφικό και το οποίο έχει την δυνατότητα να στέλνει ένα μεγαλύτερο αριθμό αντιπροσώπων στο συνέδριο. Το μικροαστικό στοιχείο απέκτησε με αυτόν τον τρόπο έναν κυρίαρχο ρόλο στις συνεδριακές πλειοψηφίες, και κατά συνέπεια, στις τακτικές και στρατηγικές του κόμματος. Ηταν αυτό το συνέδριo που εξέλεξε τον Berlinguer,τυπικά αναπληρωτή γραμματέα, ουσιαστικά γραμματέα, λόγω της ασθένειας του Luigi Longo.
Στη σκέψη του Berlinguer ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων, μερικά βασικά σημεία: ο ιστορικός συμβιβασμός, η δημοκρατία ως οικουμενική αξία, ο ευρωκομμουνισμός, η αποδοχή της ομπρέλας του ΝΑΤΟ, η ένταξη στην ΕΟΚ και, τέλος, η εκτίμηση για την εξάντληση της προωθητικής δύναμης της Σοβιετικής Επανάστασης. Οι συλλογισμοί του Berlinguer για την λιτότητα και το ηθικό ζήτημα δεν έχουν το ίδιο βάρος, ούτε μπορούν κατά έναν τρόπο να αντιζυγίσουν το καταστροφικό αποτέλεσμα. Αν κάποιος αποδεχτεί τον καπιταλισμό σαν ορίζοντα δεν μπορεί να εκπλήσσεται από την ύπαρξη του ρουσφετιού ή της διαφθοράς. Αν η μόνη αξία είναι το κέρδος, αυτές είναι οι φυσικές συνέπειες. Αντικειμενικά δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι ο Berlinguer βρέθηκε ‘’στριμωγμένος’’ από το πολιτικό σώμα του κόμματος στο οποίο οι λεγόμενοι ”miglioristi” είχαν στα χέρια τους νευραλγικούς τομείς, και οικονομικούς (όπως π.χ. οι συνεταιρισμοί). Από εδώ ξεκινάει η σύνδεση που θέλησε και υποστήριξε έντονα ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Ναπολιτάνο με τον Κράξι και με το σύστημα εξουσίας που εκπροσωπούσε και η επίσης «μοναχική» παρουσία του Berlinguer στις πύλες της FIAT το 1980. Είναι σημαντικά επεισόδια τα οποία όμως δεν επιδρούν στο στελεχικό καθοδηγητικό δυναμικό και σε μεγάλο μέρος του κομματικού σώματος όπου η ’’γεννητική μετάλλαξη’’ είχε ήδη επέλθει.
Ας ξεκινήσουμε από τον ιστορικό συμβιβασμό, δηλαδή από τα τρία γραπτά του Berlinguer που δημοσιεύτηκαν στη Rinascita μεταξύ της 28 Σεπτέμβρη και της 12 Οχτώβρη του 1973 στον απόηχο του ηρωικού θανάτου του Προέδρου της Δημοκρατίας της Χιλής Salvador Allende από τα χέρια των πραξικοπηματιών του Pinochet, πουλημένων στις ΗΠΑ. Αντί απλά να διαπιστώσει ότι η δημοκρατία για τους αστούς υπάρχει μόνο αν η αστική τάξη είναι σταθερά στην εξουσία, αλλά αν παραπαίει-όπως στη Χιλή του Allende- και ο λαός καταφέρει κατά κάποιο τρόπο να χειραφετηθεί διαμέσου της θεσμικής και δημοκρατικής οδού, τότε η αστική τάξη απαρνείται και τους τυπικούς κανόνες της, περνώντας στις βίαιες και τρομοκρατικές μέθοδες, ο Berlinguer γράφει:’’ Εμείς πάντα πιστεύαμε – και σήμερα η Χιλιανή εμπειρία μας ενισχύει την πεποίθηση αυτή – ότι η ενότητα των κομμάτων των εργαζομένων και των αριστερών δυνάμεων δεν είναι επαρκής για να εξασφαλίσει την προστασία και την προώθηση της δημοκρατίας …’’  Εκτός από την χιλιοειπωμένη επωδό της «υπεράσπισης της δημοκρατίας», που ποτέ δεν εξηγεί για τι είδους δημοκρατία μιλάμε,  μη παίρνοντας υπόψη τον ταξικό της χαρακτήρα, ο Berlinguer συγχέει τις πολιτικές συμφωνίες με τις κοινωνικές συμμαχίες ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα των μικροαστών, αναποδογυρίζοντας τη σκέψη του Γκράμσι. Ο Γράμσι υπογράμμιζε ότι η κινητήρια δύναμη της προλεταριακής επανάστασης στην Ιταλία θα έπρεπε να είναι ένα νέο κοινωνικό μπλοκ, κάτω από την ηγεμονία της εργατικής τάξης, που θα συμπεριελάμβανε το προλεταριάτο και συμμαχικά στοιχεία της μικροαστικής τάξης. Σε αυτό το σχέδιο, για τον Γράμσι, είναι λειτουργική μία ανασυγκρότηση των τριών ψυχών(ρευμάτων) του ιταλικού προλεταριάτου: της κομουνιστικής, της σοσιαλιστικής και της καθολικής, υπερβαίνοντας έτσι τα πολιτιστικά και ιδεολογικά εμπόδια που παρακωλύουν την ενότητα της εργατικής τάξης. Αντίθετα ο ιστορικός συμβιβασμός του Μπερλινγκουέρ δεν είναι μία κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης, ανταγωνιστική σε σχέση με το κοινωνικό μπλοκ της αστικής τάξης, αλλά μια πολιτική συμμαχία μεταξύ των μεγάλων κομμάτων εκείνης της εποχής, του ΚΚΙ (PCI), του Ιταλικού Σοσιλιστικού Κόμματος (PSI) και της Χριστιανικής Δημοκρατίας (DC), η τελευταία μάλιστα ήταν η πολιτική έκφραση της μεγαλοαστικής τάξης στον ιδιωτικό και στον κρατικό τομέα.
Η ανάλυση του Berlinguer σχετικά με το πραξικόπημα στη Χιλή το 1973 δεν έχει καμία σχέση με το μαρξισμό-λενινισμό, στην πραγματικότητα πρόκειται για διαμετρικά αντίθετα συμπεράσματα. Από λενινιστική σκοπιά, το σφάλμα του Αλιέντε συνίστατο ακριβώς στο ότι ούτε καν προσπάθησε να «καταστρέψει τη μηχανή του αστικού κράτους», αλλά την είχε αποδεχθεί, στηριζόμενος σε μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία και στην νομιμοφροσύνη των ηγετικών κλιμακίων του κρατικού μηχανισμού. Θα ήταν αναγκαίο να αναπτυχθούν ισχυρά μαζικά κινήματα υποστήριξης της νέας κυβέρνησης, να δημιουργηθεί μία ένοπλη εργατική πολιτοφυλακή, να αλλάξει τους θεσμικούς μηχανισμούς περνώντας σε εκλεγμένα σώματα όχι στη βάση των εκλογικών περιφερειών της επικράτειας αλλά των τόπων εργασίας, να αναστείλει τις δραστηριότητες των πολιτικών κομμάτων που δεν αναγνώριζαν το πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης, να αποκεφαλίσει την ηγεσία και να αλλάξει τη δομή του στρατού, της αστυνομίας, των υπηρεσιών ασφάλειας, των οικονομικών υπουργείων με την μαζική εισαγωγή έμπιστων προλεταριακών στοιχείων. Θα ήταν απαραίτητο, με άλλα λόγια, η καθιέρωση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Ο Αλιέντε δεν το έκανε και ο λαός της Χιλής το πλήρωσε ακριβά. Ο Μπερλινγουέρ, όπως γνωρίζουμε, αγνόησε αυτές τις σκέψεις.
Ο ευρωκομμουνισμός σαν πλήρως αναθεωρητική και οπορτουνιστική θεωρία και πράξη προέρχεται από την συνάντηση των Βρυξέλλών στις 26 Γενάρη 1974 μεταξύ του Μπερλινγουέρ και των Ισπανών και Γάλλων αναθεωρητών Καρίλιο και Μαρσέ, γραμματέων των αντίστοιχων Κομμουνιστικών Κομμάτων που ασπάστηκαν τις θέσεις για την αξία της δημοκρατίας που διατυπώθηκαν ως εξής από τον Μπερλινγκουέρ: « …αυτή η πλατιά σύγκλιση απόψεων κατά πρώτο και κύριο λόγο αφορά το θεμελιώδες πρόβλημα της σχέσης μεταξύ δημοκρατίας και σοσιαλισμού σαν συνεπή ανάπτυξη και πλήρη εφαρμογή της δημοκρατίας. Περιλαμβάνει την αναγνώριση της αξίας των ατομικών ελευθεριών και τις εγγυήσεις τους, τις αρχές της κοσμικότητας του κράτους και της δημοκρατικής του διάρθρωσης, του πλουραλισμού των κομμάτων, της αυτονομίας του συνδικάτου, της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας λατρείας, την ελευθερία έρευνας και των πολιτιστικών, καλλιτεχνικών και επιστημονικών δραστηριοτήτων…»
Το ίδιο το όνομα, ένας όρος που επινοήθηκε από τους δημοσιογράφους αλλά αμέσως αγκαλιάστηκε από τους αναθεωρητές, αποτελούσε σαν τέτοιο μια βαθιά εναντίωση με τις εμπειρίες του υπαρκτού ιστορικά σοσιαλισμού. Το αναφερόμενο απόσπασμα δείχνει καθαρά πόσο ο Μπερλινγκουέρ ενσωμάτωσε τις τυπικές κατηγορίες της αστικής σκέψης, απολυτοποιόντας 'τες, πέρα από κάθε ιστορικό και ταξικό πλαίσιο. Η αντίληψη για τον σοσιαλισμό που προκύπτει είναι ότι πρόκειται για μια σκοτεινή τυραννία που αρνείται αυτές τις ευγενείς αρχές.
Παραμένει το γεγονός ότι οι θεωρίες του Μπερλινγκουέρ παρήγαγαν τον θεωρητικό και οργανωτικό αφοπλισμό κάθε εργατικής και λαϊκής αντίστασης στην Ιταλία
και ανοίξανε τον δρόμο για τις πιο οπισθοδρομικές δυνάμεις του μονοπωλιακού καπιταλισμού που ρουφάνε το αίμα της Ιταλίας και του λαού της.
Η συνέντευξη με τον Giampaolo Pansa στην Corriere della Sera της 15 Ιούνη του 1976 καθορίζει την τελική αποδοχή της καπιταλιστικής Δύσης και της θανατηφόρας στρατιωτικής συμμαχίας του ΝΑΤΟ, συμπληρώνοντας τη ρήξη με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο που ακόμη και εάν έχουν μολυνθεί από το μικρόβιο του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού , παρέμεινε το πιο τρομερό προπύργιο απόκρουσης του ιμπεριαλισμού. “Pansa:” … Με λίγα λόγια, η  βορειοατλαντική συμμαχία, είναι μια ασπίδα που μπορεί να είναι χρήσιμη για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού με ελευθερία … “Berlinguer:” επιθυμώ, και γι’αυτό η Ιταλία να μην εξέλθει από την βορειοατλαντική συμμαχία , και όχι μόνο επειδή η έξοδός μας θα διαταράξει την διεθνή ισορροπία. Νιώθω πιο σίγουρος παραμένοντας εντός …. “.

Και τέλος, πάντα σε αυτή τη γραμμή, υπάρχει η περίφημη φράση με την οποία, το 1981, κόβει οριστικά τον «ομφάλιο λώρο», και σε επίπεδο ιδανικών, με την ιστορία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος : «… εξαντλήθηκε η προωθητική δύναμη της Οκτωβριανής Επανάστασης … “.
Απόλυτα σημαντική΄είναι η στρατηγική επιλογή με την οποία ο Μπερλινγκουέρ αποδέχεται την διαδικασία της ευρωπαϊκής και καπιταλιστικής ενότητας ενώ υπάρχουν ακόμα η ΕΣΣΔ και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Στην περίφημη συνέντευξη με τον Eugenio Scalfari, ενός από τους καταστροφείς του ΚΚΙ, στην εφημερίδα La Repubblica στις 2 Αυγούστου 1978. « … Scalfari: Το 1979 η θα είναι το έτος της Ευρώπης. Κι είπατε στην την τελευταία συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα  έχει κάνει μια τελική ευρωπαϊκή επιλογή  . Μπορείτε να επιβεβαιώσετε; » Berlinguer: « Το επιβεβαιώνω. Γνωρίζουμε ότι η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης καθοδηγείται, τουλάχιστον τώρα, κυρίως από δυνάμεις και συμφέροντα που παραμένουν βαθιά συνδεδεμένα με τις καπιταλιστικές δομές που εμείς θέλουμε να μετασχηματίσουμε. Γνωρίζουμε ότι η υπερεθνική ολοκλήρωση πραγματοποιείται και οδηγείται από εκείνες τις δυνάμεις που βάζουν περιορισμούς στη διαδικασία του εθνικού μετασχηματισμού. Αλλά πιστεύουμε ότι εν πάσει περιπτώσει, θα πρέπει να ασκηθεί πίεση προς την Ευρώπη και την ενότητα της και επίσης ότι η πρόκληση που που ο στόχος αυτός βάζει θα πρέπει να γίνει δεκτός, μεταφέροντας τον δημοκρατικό και ανανεωτικό ταξικό αγώνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και στην ευρωπαϊκή συνείδηση.
Μια γρήγορη ματιά στην τρομακτική επιδείνωση , απ’όλες τις απόψεις, της κατάστασης των εργαζομένων και των μεσαίων στρωμάτων σαν αποτέλεσμα της δικτατορίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να μας δώσει το μέγεθος της καταστροφικής κλίμακας των θεωρητικών σφαλμάτων και των πρακτικών αποκλίσεων του Γραμματέα του ΚΚΙ. Η περίπτωση επίκλησης του τεκμηρίου καλής πίστης δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά να επιδεινώσει την κρίση.
Τέλος, ορισμένες σκέψεις σχετικά με το ιταλικό Σύνταγμα, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί, όχι λαθεμένα, το πιο προηγμένο της καπιταλιστικής Δύσης, ακριβώς  σαν αποτέλεσμα των σχέσεων δύναμης και της μεγάλης-αλλά όχι καθοριστικής-  επιρροής των κομμουνιστών μετά τον πόλεμο.
Ενώ τα σοβιετικά συντάγματα που διαδέχτηκαν το ένα το άλλο ήτανε στατικού τύπου, δηλαδή θέσπιζαν σχεδόν με φωτογραφικό τρόπο την κρατική οργάνωση που πραγματοποιήθηκε μέχρι εκείνη την στιγμή και το επίπεδο των κατακτήσεων που πραγματικά κατακτήθηκε και που κάτω από αυτό δεν μπορούσε να πέσει αλλά ξεκινώντας από αυτό το επίπεδο έπρεπε να πάνε μπροστά, το ιταλικό σύνταγμα σχεδιάστηκε ως προγραμματικού χαρακτήρα. Οργάνωση και δικαιώματα, μακριά από το σημείο της κατάκτησης, αποτελούσαν τον προγραμματικό στόχο στον οποίο το κράτος θα έπρεπε να αποβλέπει. Παρά την ακαμψία των διαδικασιών τροποποίησης, ακριβώς αυτή είναι η μεγαλύτερη αδυναμία. Για να το ματαιώσεις αρκεί να μην εφαρμόσεις τους στόχους. Κατ’επανάληψη αγνοημένο και διαστρεβλωμένο έχει αντικατασταθεί στην πραγματικότητα από ένα «υλικό σύνταγμα» το οποίο πιστοποιεί την σχέση δύναμης υπέρ του κεφαλαίου. Σήμερα με την συμπερίληψη του «ισοσκελισμένου προϋπολογισμού» που θεμελίωσε η ΕΚΤ και η ΕΕ, καταπατείται οριστικά. Δεν είναι τυχαίο ότι σ’αυτό το πλαίσιο από την αυτοαποκαλούμενη αριστερά, ακούγονται αδύναμες και αντιφατικές φωνές. Μεταξύ των σημερινών υπερασπιστών του Συντάγματος βλέπουμε πρόσωπα όπως ο Ροντοτά, ο πρώτος πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος της Αριστεράς (PDS), Οκιέτο, Τζουλιέτι και άλλοι που στο παρελθόν αγωνίστηκαν για να φέρουν στο εδώλιο των κατηγορουμένων ιδεολογικές θέσεις, πολιτικές και τις πιο προωθημένες διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος. Στην παρέα παίρνει μέρος και ο Λαντίνι που μόλις πριν από λίγες βδομάδες υπέγραψε με την Καμούσο και την CGIL το πιο ντροπιαστικό και αντισυνταγματικό μνημόνιο συνεννόησης με τους βιομηχάνους για να καταπνίξει τα συνδικάτα βάσης ενώ σήμερα υπογράφουν διακηρύξεις υπέρ του Συντάγματος. Αν από τη μία πλευρά οι κομμουνιστές πρέπει να είναι στην πρώτη γραμμή για να εμποδίσουν περαιτέρω επιδεινωτικές  και περιοριστικές αλλαγές είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία γεγονός ότι το Σύνταγμα που ισχύει σήμερα δεν είναι πλέον το Σύνταγμα του 1948, καρπός της αντιφασιστικής ενότητας και της Αντίστασης, ειδικά μετά την ένταξη του «ισοσκελισμένου προϋπολογισμού» που θα έχει ανυπολόγιστες αρνητικές επιπτώσεις σε κοινωνικό επίπεδο.
Μια περίοδος μόλις εβδομήντα χρόνων χωρίζει το σήμερα από τότε που χάρη στην σταθερή οργάνωση του παράνομου ΚΚΙ, σχηματίστηκαν οι πρώτες αντάρτικες ομάδες που πολέμησαν ενάντια στο ναζισμό - φασισμό. Σήμερα αυτοί οι άνθρωποι θα στριφογύριζαν στους τάφους τους, αν ανακάλυπταν το βρώμικο στύψιμο που έγινε πάνω στις αρχές τους οι οποίες αποτέλεσαν την βάση της θυσίας τους. Είναι και αυτός ο λόγος που με απέραντη μετριοφροσύνη αλλά και με απόλυτη πεποίθηση θέλουμε να συνεχίσουμε την πορεία τους και να ξαναχτίσουμε το Κομμουνιστικό Κόμμα, αποφεύγοντας από τη μια τις κοινοβουλευτικίστικες αποκλίσεις και από την άλλη το σφάλμα μιας σχολαστικής ορθοδοξίας αποσπασμένης από τα πραγματικά προτσές.
Αυτές οι σημειώσεις σίγουρα δεν εξαντλούν το σύνθετο πρόβλημα της ανάλυσης της ιστορίας, της εκφυλιστικής μετάλλαξης και της εξαφάνισης του ισχυρότερου Κομμουνιστικού Κόμματος στη Δυτική Ευρώπη, αλλά θα πρέπει να χρησιμεύσουν ως το πρώτο κομμάτι για μια πρόσθετη, απαραίτητη αναλυτική επεξεργασία συλλογικά από το σύνολο του κόμματος που χτίζουμε.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Η λεγόμενη «στροφή του Σαλέρνο», Απρίλης 1944, ήταν μια συμφωνία ανάμεσα στα αντιφασιστικά κόμματα, την μοναρχία, και τον στρατάρχη Badoglio για τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Η πρωτοβουλία πάρθηκε από τον Palmiro Togliatti σε συνεννόηση με την Σοβιετική Ένωση.
2. Pietro Secchia (1903-1973) . Ήταν ένας μεγάλος κομμουνιστής ηγέτης. Εργάτης, συνελήφθη από τους φασίστες το 1931. Μετά την πτώση του φασισμού το 1943 ελευθερώνεται και τοποθετείται στο Γενικό Επιτελείο των ταξιαρχιών Garibaldi καθοδηγώντας την Αντίσταση.
Στο ΚΚΙ ανέλαβε σαν οργανωτικός υπεύθυνος από το 1946 μέχρι το 1954 και γίνεται αναπληρωτής Γραμματέας από το 1948 μέχρι το 1955. Εκλέχθηκε στην Συντακτική Συνέλευση το 1946 και από το 1948 μέχρι το 1973 είναι Γερουσιαστής.
Είχε σοβαρές διαφωνίες με τον Γραμματέα, Togliatti.
3. Eugenio Curiel (1912-1945). Κομμουνιστής αντάρτης, σκοτώθηκε από τους φασίστες τις τελευταίες μέρες του παρτιζάνικου πολέμου.
Ηταν ο αρχηγός του Μετώπου της Νεολαίας για την Εθνική Ανεξαρτησία. Χρυσό μετάλλιο στρατιωτικής ανδρείας. Στρατολογείται στο ΚΚΙ το 1935 και το 1940 καταδικάζεται σε εξορία στο Ventotene. Ελευθερώνεται το 1943 και μπαίνει στην ένοπλη αντίσταση ενάντια στο φασισμό.

ΠΗΓΗ

Καρλ Μαρξ

«Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρόκειται να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδανικό προς το οποίο πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων».