Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Η στάση της Σοβιετικής Ρωσίας στην Μικρασιατική καταστροφή (1922)


Η τότε στάση της Σοβιετικής Ρωσίας έχει κατακριθεί από τους ιστορικούς της άρχουσας τάξης. Και δεν είναι ανεξήγητο.
Αυτοί οι ιστοριογράφοι αντιμετωπίζουν την Ιστορία από τη σκοπιά των συμφερόντων της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών. Οι πρωτοβουλίες του νεαρού και πρώτου τότε στον κόσμο εργατικού κράτους ήταν αντίθετες με τις επιδιώξεις και τα συμφέροντα των ηγετικών καπιταλιστικών κρατών στην περιοχή. Ας δούμε, λοιπόν, τα πραγματικά γεγονότα σχετικά με το ρόλο της Σοβιετικής Ρωσίας στο Μικρασιατικό Πόλεμο.

Αμέσως μετά τη λήξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, τα κράτη του ιμπεριαλιστικού συνασπισμού της Αντάντ έμπαιναν σε μια διαπάλη για την ανάπτυξη της επιρροής τους - η καθεμιά για δικό της λογαριασμό - πάνω στις πρώην γερμανικές αποικίες αλλά και σε άλλες περιοχές. Ξέχωρη σημασία γι' αυτές τις δυνάμεις θα έχει ο χώρος της Εγγύς Ανατολής (Στενά Δαρδανελίων, σύνορα με Σοβιετική Ρωσία, πετρέλαια Μοσούλης).
Από την άλλη πλευρά, η σοβιετική κυβέρνηση έχει ήδη αρνηθεί όλα τα προνόμια που είχε ο τσαρισμός στην Εγγύς Ανατολή. Παραιτήθηκε από όλους τους άνισους όρους συμφωνιών της τσαρικής Ρωσίας με τους ανατολικούς γείτονές της, διατήρησε όμως όλα τα σημεία ειρηνικών σχέσεων και τους όρους για τα σύνορα. Βασική επίσης αρχή αυτής της σοβιετικής εξουσίας ήταν η αλληλεγγύη του διεθνούς εργατικού κινήματος και η υποστήριξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των λαών και της αυτοδιάθεσης των εθνών.
Στα πλαίσια λοιπόν αυτής της πολιτικής πρέπει να αντιμετωπίσουμε την προσέγγιση της σοβιετικής εξουσίας με το κίνημα του Τούρκου ηγέτη Κεμάλ. Επίσης, μετά την ήττα των ιμπεριαλιστών στην επέμβαση στη Σοβιετική Ρωσία (1918-'19), η Εγγύς Ανατολή απέκτησε για το διεθνή ιμπεριαλισμό τη σημασία του αντισοβιετικού στρατιωτικοπολεμικού προγεφυρώματος.
Χαρακτηριστική μάλιστα αυτής της επιλογής ήταν η πρόταση του Γάλλου στρατηγού Le Bourgogne, αρχηγού των γαλλικών δυνάμεων κατοχής στην Κωνσταντινούπολη, για τη σύναψη συμφωνίας Γαλλίας - Κεμάλ. Υποστήριξε ότι ο κεμαλικός στρατός ήταν τότε ο μοναδικός που μπορούσε «να δράσει εναντίον των μπολσεβίκων».
Επομένως, η δημιουργία σχέσεων καλής γειτονίας και συνεργασίας του σοβιετικού κράτους με το κεμαλικό κίνημα δυνάμωνε τον απελευθερωτικό αγώνα των Τούρκων και ταυτόχρονα προάσπιζε την εδαφική ακεραιότητα της Σοβιετικής Ρωσίας.

Το Μάρτη του 1920 συγκροτείται η επαναστατική κυβέρνηση της Αγκυρας. Η σοβιετική κυβέρνηση θα την αναγνωρίσει. Ένα μήνα αργότερα, ο ίδιος ο Κεμάλ, με επιστολή του στον Β. Ι. Λένιν, ζητά τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων. Την επόμενη χρονιά, 1921, το Μάρτη, υπογράφεται στη Μόσχα τουρκοσοβιετική συμφωνία φιλίας και συνεργασίας.
Η απόφαση του Κεμάλ να προσεγγίσει το σοβιετικό κράτος έδειχνε ότι αναγνωρίζει τη σοβιετική εξουσία και αποδέχεται το πνεύμα της εξωτερικής της πολιτικής. Βέβαια, αυτή η στάση της κεμαλικής ηγεσίας δεν ήταν πάντοτε σταθερή. Για παράδειγμα, αργότερα, μετά την επικράτηση της εθνικοαστικής επανάστασης στην Τουρκία, η κεμαλική αντιπροσωπεία στις διαπραγματεύσεις της Λοζάνης θα αντιταχθεί στη συμμετοχή Σοβιετικών αντιπροσώπων στην επιτροπή από εμπειρογνώμονες για την εξέταση του προβλήματος των Στενών των Δαρδανελίων (Δεκέμβρης 1922) και θα αποδεχτεί το αγγλικό σχέδιο για το καθεστώς των Στενών.
Οι σχέσεις της Σοβιετικής Ρωσίας με τον Κεμάλ και η βοήθεια στην τουρκική επανάσταση θεωρήθηκε από Ελληνες ιστορικούς ως μια αιτία της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ο Καρολίδης υποστήριξε ότι το υλικό, με το οποίο οι Σοβιετικοί εφοδίασαν τους Τούρκους, «χρησιμοποιηθέν υπό της νέας Τουρκίας υπήρξε το φονικώτατον εναντίον των Ελλήνων εν τοις χερσί των Τούρκων όπλον», προσδίνοντας έτσι ανθελληνικές προθέσεις στη Σοβιετική Ρωσία.
Αλλά πριν από την απόφαση των συμμάχων για την αποστολή ελληνικού στρατού στη Μικρασία, είχε πραγματοποιηθεί η συμμετοχή της ελληνικής αστικής τάξης στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Ρωσία μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση.
Ο Βενιζέλος, για να αποσπάσει τη διαβεβαίωση του Γάλλου πρωθυπουργού Κλεμανσό για υποστήριξη των ελληνικών αξιώσεων στη Σμύρνη και τη Θράκη, δηλώνει καθαρά την προθυμία του να συστρατεύσει με τους Γάλλους στην Ουκρανία ενάντια στη νεαρή σοβιετική εξουσία. Και από το Λονδίνο τηλεγραφεί στον Ελληνα πρεσβευτή στο Παρίσι: «Παρακαλώ δηλώσατε πρωθυπουργώ και υπουργώ των Εξωτερικών (της Γαλλίας) ότι ο Ελληνικός Στρατός είναι εις την διάθεσίν των και δύναται να χρησιμοποιηθή διά κοινόν αγώνα, πανταχού, όπου αποστολή του ήθελε κριθή αναγκαία»...

Και ενώ αυτή ήταν η στάση της επίσημης Ελλάδας απέναντι στο σοβιετικό κράτος, το τελευταίο - στα πλαίσια της ειρηνόφιλης πολιτικής του και των αρχών της αυτοδιάθεσης των εθνών - εφάρμοζε άλλη, διαφορετική πολιτική απέναντί της. Για παράδειγμα, με δήλωσή της η σοβιετική κυβέρνηση παραιτούνταν από το ρωσικό μερίδιο του βαρύτατου εξωτερικού χρέους της Ελλάδας στη Ρωσία.
Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας, η κυβέρνηση της Σοβιετικής Ρωσίας είχε υποβάλει απευθείας προτάσεις στην κυβέρνηση Γούναρη για ειρηνική διευθέτηση του προβλήματος, οι οποίες αποκρούστηκαν. Υπάρχει η μαρτυρία του τότε Γενικού Γραμματέα του ΣΕΚΕ (Κ), Γ. Κορδάτου, για συγκεκριμένη παρέμβαση της Σοβιετικής Ρωσίας, λίγο πριν από την κατάρρευση του μετώπου.
Σοβιετικός απεσταλμένος της 3ης Διεθνούς και του υπουργείου Εξωτερικών και Στρατιωτικών της Σοβιετικής Ρωσίας, ήρθε μυστικά στην Ελλάδα τον Απρίλη του 1922, με εντολή να διερευνήσει τη δυνατότητα μεσολάβησης της χώρας του για ειρηνικό τερματισμό του Μικρασιατικού πολέμου, μέσα από επαφές που θα είχε με την ηγεσία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος (Αυτός ο τρόπος άφιξης του ξένου απεσταλμένου και η μέθοδος διερεύνησης οφειλόταν στην ανυπαρξία διπλωματικών σχέσεων των δύο κρατών). Συναντήθηκε με τον Γ. Κορδάτο, Γενικό Γραμματέα του ΣΕΚΕ (Κ), τον ενημέρωσε για το σκοπό της παρουσίας του και του ζήτησε να ανακοινώσει στην ελληνική κυβέρνηση την άφιξή του και την επιθυμία της χώρας του για μεσολάβηση στο μικρασιατικό ζήτημα. Η πρότασή του ήταν υπογραφή ανακωχής ανάμεσα στην Ελλάδα και στον Κεμάλ με αυτονομία της περιοχής της Σμύρνης και ως αντάλλαγμα ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση να αναγνωρίσει, έστω και ντε φάκτο, τη σοβιετική εξουσία. Ο ηγέτης του ΣΕΚΕ (Κ) συναντήθηκε με τον Ν. Στράτο (αντιπολίτευση τότε) και τον Α. Καρτάλη (υπουργό στην κυβέρνηση Γούναρη) χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Ο τελευταίος μάλιστα, όπως γράφει ο ίδιος ο Κορδάτος, τον έβρισε και τον έδιωξε.
Η ζητούμενη αναγνώριση ήταν κάτι το φυσιολογικό μέσα στα πλαίσια της διπλωματικής πρακτικής, χωρίς αυτό να αναιρεί το δικαίωμα της σοβιετικής - όπως κάθε άλλης - κυβέρνησης για αποκατάσταση και ρύθμιση των οικονομικών και πολιτικών σχέσεών της με τις καπιταλιστικές χώρες.

Ήδη από το Γενάρη του 1922, που τα κράτη της Αντάντ έστελναν στη σοβιετική κυβέρνηση πρόσκληση για να συμμετάσχει στη διεθνή οικονομική συνδιάσκεψη της Γένοβας, «τα καπιταλιστικά κράτη αναγνώριζαν πως ήταν αναπόφευκτη ανάγκη να αποκαταστήσουν οικονομικές (άρα και πολιτικές) σχέσεις με τη Σοβιετική Ρωσία». Και μάλιστα τη στιγμή που 33 καπιταλιστικές χώρες κάθονταν στο ίδιο τραπέζι με τη Σοβιετική Ρωσία κατά τη συνδιάσκεψη αυτή (Απρίλης - Μάης 1922), το γεγονός αυτό απέδειχνε την ντε φάκτο αναγνώριση του σοβιετικού κράτους, το οποίο έτσι δε βρισκόταν σε καμιά διεθνή απομόνωση. Η ελληνική κυβέρνηση γιατί να μην την αναγνωρίσει και να μην αποδεχτεί διαμεσολάβηση για το Μικρασιατικό ζήτημα όταν ακόμη και η συμμετοχή της στην ουκρανική εκστρατεία κατά τη διάρκεια της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, για κατάπνιξη της Οχτωβριανής Επανάστασης, δε στάθηκε ανασταλτικός παράγοντας στο να πάρει πρωτοβουλία η σοβιετική κυβέρνηση;
Επομένως, η σοβιετική μεσολαβητική προσπάθεια δεν ήταν τίποτα παραπάνω και τίποτα παρακάτω από μια ενέργεια στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής του σοβιετικού κράτους.

Υπάρχει επίσης άλλη μια σοβιετική πρωτοβουλία. Η νίκη της τουρκικής επανάστασης ανέτρεπε τη Συνθήκη των Σεβρών. Ηταν λοιπόν αναγκαία η σύναψη νέας συνθήκης με βάση την καινούρια πραγματικότητα, μετά από διεθνή συνδιάσκεψη. Η σοβιετική κυβέρνηση, όμως, διέβλεπε τις προθέσεις και εκτιμούσε σωστά τις κινήσεις των κρατών της Αντάντ, τα οποία σκόπευαν να παραμερίσουν τη Σοβιετική Ρωσία από τη μελλοντική συνδιάσκεψη και μάλιστα κατά τη συζήτηση του καθορισμού του καθεστώτος των Στενών. Γι' αυτό με διακοίνωσή της, το Σεπτέμβρη του 1922, ζητούσε τη σύγκληση διεθνούς συνδιάσκεψης (με τη συμμετοχή Αγγλίας, Γαλλίας, Σοβιετικής Ρωσίας, Ιταλίας, Αιγύπτου, Ελλάδας, Τουρκίας, του κράτους των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, Βουλγαρίας και Ρουμανίας), όπου θα συζητούνταν και θα ρυθμίζονταν τα προβλήματα της Εγγύς Ανατολής και των Στενών. Η πρόταση όμως αυτή δεν υλοποιήθηκε εξαιτίας της αρνητικής στάσης των κρατών της Αντάντ.
Τέλος, αρκετά διαφωτιστικό κείμενο για τη στάση της Σοβιετικής Ρωσίας τόσο απέναντι στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία αποτελεί μια σοβιετική διακοίνωση που δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη», στις 18 του Σεπτέμβρη 1922. Να μερικά αποσπάσματα:
«Η ρωσική κυβέρνησις δεν είναι καθόλου διατεθειμένη να καταδικάσει την Ελλάδα και τον ελληνικόν λαόν... διότι ανέλαβε το βάρος του πολέμου το επιβληθέν επί των ασθενών ώμων της από μέρους της Ευρώπης και περιήλθεν εις απόγνωσιν... Η ρωσική κυβέρνησις θεωρεί τον τουρκικόν πόλεμον ως αγώνα του τουρκικού λαού υπέρ της υπάρξεως και ανεξαρτησίας του... Εν τω αγώνι τούτω η Τουρκία έχει ολόκληρον την συμπάθειαν του ρωσικού λαού... Η Ρωσία ήτο μόνον έτοιμη να βοηθήση εις το να τερματισθή ο πόλεμος, ο οποίος είναι καταστρεπτικός δι' αμφότερα τα έθνη. Αλλά αι προσπάθειαι της Ρωσίας προς την κατεύθυνσιν ταύτην απεκρούσθησαν κατηγορηματικώς υπό της Μεγάλης Βρετανίας... Αι συνδιαλλακτικαί προσπάθειαι της Ρωσίας απεδείχθησαν άκαρπαι και ο ελληνοτουρκικός πόλεμος αφέθη να εξακολουθήση την πορείαν του».

Τα παραπάνω αποκρούουν την όποια διαστρέβλωση των θέσεων και πρακτικής της σοβιετικής κυβέρνησης για το Μικρασιατικό πόλεμο, που προσπαθεί να δημιουργήσει η αστική ιστοριογραφία.
Βεβαίως, παρά τις προσπάθειες του Κόμματος της εργατικής τάξης αλλά και του πρώτου στον κόσμο εργατικού κράτους της Σοβιετικής Ρωσίας, η ολοκληρωτική καταστροφή δεν αποφεύχθηκε και η ευθύνη γι' αυτό βαρύνει απόλυτα τα ιμπεριαλιστικά κράτη και την πολιτική τους, αλλά και την αστική τάξη της Ελλάδας και τις κυβερνήσεις της.
Η συγκεκριμένη τραγική ιστορική περίοδος αποτελεί και πηγή για την άντληση χρήσιμων συμπερασμάτων για το λαϊκό κίνημα και την πάλη του στις σύγχρονες συνθήκες. Ας μην ξεχνάμε ότι και σήμερα η ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων ανάβει φωτιές πολέμου στην περιοχή της Ευρασίας, ενώ η άρχουσα τάξη της Ελλάδας, δεμένη στο άρμα του ιμπεριαλισμού (δεν μπορεί βεβαίως να κάνει διαφορετικά), όπως και τότε, συμμετέχει ενεργά στην ιμπεριαλιστική δράση.
Ένα πρώτο βασικό συμπέρασμα, που βγαίνει αβίαστα από τη Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, είναι ότι τα ιμπεριαλιστικά κράτη μπροστά στα συμφέροντά τους γίνονται αδίστακτα απέναντι στους λαούς, σφάζουν, δολοφονούν, με τους πολέμους που εξαπολύουν, διαμελίζουν χώρες, καλλιεργούν τον εθνικισμό και το σοβινισμό, προκειμένου να επιβάλουν τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, τη διεθνική εκμεταλλευτική δράση των μονοπωλίων. Μέσα από τα γεγονότα της Μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής φωτίζεται και η σύγχρονη πραγματικότητα, που διαμορφώνει η ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων στα Βαλκάνια, στην Εγγύς και τη Μέση Ανατολή, γενικότερα στο γεωγραφικό χώρο της Ευρασίας. Πόλεμος στα Βαλκάνια, διαμελισμοί κρατών, εθνικιστικές αντιθέσεις. Πόλεμος στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Μέση Ανατολή, σχέδια για τη «Μεγάλη Μέση Ανατολή» από το ΝΑΤΟ, και οι επεμβάσεις στη Βόρεια Αφρική, στη Λιβύη και στη Συρία τώρα. Οι λόγοι, ίδιοι. Τα πετρέλαια και οι δρόμοι μεταφοράς τους, αλλά πάνω απ' όλα τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ηγετικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, σε βάρος των ανταγωνιστών τους σήμερα και ιδιαίτερα στην περιοχή της Ασίας (ενάντια στις Ρωσία, Ινδία, Κίνα). Τότε ενδιαφέρονταν για το μοίρασμα στην περιοχή των αποικιών της ηττημένης στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανίας, αλλά και τον αποκλεισμό της Σοβιετικής Ρωσίας, το «πνίξιμο» του πρώτου στον κόσμο εργατικού κράτους. Σήμερα, επίσης, επιδιώκουν να ανακόψουν κάθε αντίσταση κρατών και λαών στα σχέδια της ολοκληρωτικής επιβολής των συμφερόντων τους στην περιοχή. Και σήμερα, όπως και τότε, η περιοχή μας είναι πεδίο όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, με απρόβλεπτες συνέπειες, ή μάλλον με καταστρεπτικές, αν δεν πάρουν οι λαοί τις τύχες τους στα χέρια τους.
Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι τα πολιτικά κόμματα της άρχουσας τάξης μπορεί να φαίνεται ότι αντιπολιτεύονται μεταξύ τους, εκμεταλλευόμενα τα προβλήματα και τις ανάγκες του λαού, εξαπατώντας τον ακόμη και με την κάλπικη προβολή λύσεων προς όφελός του, αλλά πάντα ασκούν την ίδια ακριβώς πολιτική για την πραγματοποίηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Τότε η αντιβενιζελική παράταξη, με το σύνθημα να σταματήσει ο πόλεμος, αντικατέστησε με τη λαϊκή ψήφο την κυβέρνηση Βενιζέλου. Αλλά ο πόλεμος συνεχίστηκε, γιατί αυτό ήθελε η άρχουσα τάξη. Να διεκδικήσει μερίδιο σ' έναν κατακτητικό άδικο ιμπεριαλιστικό πόλεμο από κοινού με τους συμμάχους της. Για τη συγκεκριμένη περίοδο είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Χάρολντ Νίκολσον, στελέχους του Φόρεϊν Οφις, ο οποίος το Δεκέμβρη του 1920 σε μνημόνιο προς τον υπουργό του, μεταξύ των άλλων, ομολογούσε: «Ο λόγος που μας έσπρωξε στην υποστήριξη της Ελλάδας δεν ήταν συναισθηματική παρόρμηση, αλλά φυσική έκφραση της παραδοσιακής μας πολιτικής, που συνίστατο στην προστασία των Ινδιών και της Διώρυγας του Σουέζ. Για έναν ολόκληρο αιώνα υποστηρίξαμε την Τουρκία, θεωρώντας την ως την πρώτη γραμμή άμυνας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ομως αποδείχτηκε αναξιόπιστος σύμμαχος και έτσι περάσαμε στη δεύτερη γραμμή. Από τη γεωγραφική άποψη, η θέση της Ελλάδας είναι μοναδική για τις επιδιώξεις μας. Πολιτικά, η χώρα αυτή ήταν αρκετά ισχυρή σε περίοδο ειρήνης, ώστε να μη μας δημιουργεί θέμα δαπανών και αρκετά αδύνατη σε περίπτωση πολέμου, ώστε να είναι υποτελής σ' εμάς» (Σπύρος Λουκάτος: «Οι μεγάλες δυνάμεις και η Μικρασιατική εκστρατεία». Επιστημονικό διήμερο του ΚΜΕ, σελ. 73).

Τέλος, και τότε (όπως και σήμερα), το ΚΚΕ εκτιμούσε και προέβλεπε ότι, μέσα από την τυχοδιωκτική Μικρασιατική εκστρατεία έρχεται η καταστροφή, και επιβεβαιώθηκε. Με την πολιτική και τη δράση του, με όλες του τις δυνάμεις επιδίωκε τη ματαίωση του Μικρασιατικού πολέμου. Αναδείκνυε το γεγονός ότι η πρόσδεση των ελληνικών κυβερνήσεων στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, η συμμετοχή τους στην ιμπεριαλιστική δράση υπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλίων και του κεφαλαίου. Η συνεπής πολιτική αρχών απέναντι στην εργατική τάξη, σ' όλο το λαό, συνέδεε σωστά την υπόθεση του πολέμου με την αστική εξουσία και τον ιμπεριαλισμό, ενώ πρότεινε διευθέτηση του μικρασιατικού ζητήματος έξω από τα πλαίσια των ιμπεριαλιστικών συμφωνιών (Βερσαλίες, Λοζάνη, Σέβρες) και μεταξύ των δύο χωρών.

Καρλ Μαρξ

«Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρόκειται να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδανικό προς το οποίο πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων».